Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

ΤΟ ΣΟΥΦΛΙ ΩΣ ΔΑΣΚΑΛΟΧΩΡΙ (1860-1960): Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΦΛΙΟΥ - του Ζήση Φυλλαρίδη


«Ο πόλεμος παρασέρνει τα πάντα σαν χείμαρρος, τα σκορπάει εδώ κι εκεί. Μόνο την παιδεία δεν μπορεί να αποσπάσει και να την πάρει μαζί του»
Πλούταρχος, Περί Παίδων Αγωγής


Το Σουφλί εκτός από τον τίτλο της «πόλης του μεταξιού» φέρει και έναν άλλο εξίσου σημαντικό τίτλο, ο οποίος συνδέεται εδώ και χρόνια με την ιστορία αυτού του τόπου. Είναι ο τίτλος «Δασκαλοχώρι» όπως συνήθιζαν να λένε οι παλαιότεροι, ένας τίτλος που όπως προκύπτει μέσα από το πέρας όλων αυτών τω χρόνων, κάθε άλλο παρά τυχαία δόθηκε στο Σουφλί. Άλλωστε όπως γνωρίζουμε η προσφορά των παλαιών δασκάλων και εκπαιδευτικών του Σουφλίου ήτανε κάτι περισσότερο από μεγάλη, καθώς η ζωή τους, εκτός από την φιλεκπαιδευτική τους δραστηριότητα συνδέθηκε και με ένα βαθύ πολιτιστικό έργο. Ένα έργο που αν και πραγματοποιήθηκε κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου και στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ωστόσο το αντίκτυπο του στο σημερινό πολιτιστικό γίγνεσθαι είναι κάτι περισσότερο από εμφανές. Αν και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνταν εκείνη την περίοδο στερούνταν τις σύγχρονες μεθόδους της παιδαγωγικής, και αντιθέτως χαρακτηριζόταν από μία ιδιαίτερη αυστηρότητα προς τους μαθητές, ωστόσο οι διδάσκαλοι αυτοί στάθηκαν στο σύνολο τους αντάξιοι της ιστορικής στιγμής που ζούσε τότε η Ελλάδα. Και αυτό διότι με την ένθερμη διδασκαλία τους αλλά και την προσήλωση τους στα ηθικά διδάγματα του Ελληνισμού διατήρησαν στα δύσκολα εκείνα χρόνια υψηλό το εθνικό φρόνημα των παιδιών της χώρας, και συνάμα έβαλαν τις βάσεις για ένα συμπαγή μορφωτικό και πνευματικό υπόστρωμα που αποτέλεσε την αρχή της πνευματικής άνθησης στην πόλη του Σουφλίου τα επόμενα χρόνια.
Έχοντας λάβει υπόψη το ιδιαίτερο βάρος που θα είχε η έρευνα και παρουσίαση των όποιων ιστορικών στοιχείων γύρω από το θέμα της ιστορίας της εκπαίδευσης στην πόλη του Σουφλίου, αλλά και το έργο των ξακουστών διδασκάλων του 19ου αιώνα που άφησαν τα ανεξίτηλα σημάδια τους στην πολιτιστική ζωή και συνεπώς στην ιστορία αυτού του τόπου, και με οδηγό το αξιόλογο έργο «Ιστορία των Σχολείων της Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Διδυμοτείχου και Σουφλίου», αλλά και τα όσα στοιχεία καταφέραμε να συλλέξουμε από τους εν ζωή παλαιούς Σουφλιώτες, παρουσιάζουμε με λίγες λέξεις τα όσα στοιχεία έχουνε διασωθεί μέχρι σήμερα για ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της ιστορίας του τόπου μας. Για την εκπαιδευτική ιστορία της πόλης του Σουφλίου. Μία πόλη που αν και άφησε πολλά χρόνια πίσω την χρυσή εποχή της καθολικής ανάπτυξης της, αλλά που ωστόσο θα έχει πάντα κάτι να μας διδάξει……

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Σουφλί, ένα νοσταλγικό «δασκαλοχώρι» - Εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν ο Δήμος Σουφλίου, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης-Έβρου και το περιοδικό «Βορέας»


«Η εκπαιδευτική παράδοση του Σουφλίου» ήταν το θέμα εκδήλωσης που συνδιοργάνωσαν ο Δήμος Σουφλίου, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης-Έβρου και το περιοδικό «Βορέας», για να τιμήσουν μια ιδιαίτερη παράδοση της μεταξένιας πολιτείας που είναι επίσης ένα ονομαστό «δασκαλοχώρι». Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε μετά το σχετικό αφιέρωμα του «Βορέα», το οποίο έγινε στη μνήμη δυο σημαντικών παραγόντων της εκπαιδευτικής παράδοσης του Σουφλίου της δασκάλας Σταμάτας Τόλκα, η οποία πέθανε πριν 60 χρόνια, το 1950, και του Λεωνίδα Τερζούδη, ο οποίος γεννήθηκε πριν 100 χρόνια, το 1910.


Το Σουφλί ως Δασκαλοχώρι (1860-1960): Η εκπαιδευτική ιστορία του Σουφλίου

«Ο πόλεμος παρασέρνει τα πάντα σαν χείμαρρος, τα σκορπάει εδώ κι εκεί. Μόνο την παιδεία δεν μπορεί να αποσπάσει και να την πάρει μαζί του» Πλούταρχος, Περί Παίδων Αγωγής

Το Σουφλί εκτός από τον τίτλο της «πόλης του μεταξιού» φέρει και έναν άλλο εξίσου σημαντικό τίτλο, ο οποίος συνδέεται εδώ και χρόνια με την ιστορία αυτού του τόπου. Είναι ο τίτλος «Δασκαλοχώρι» όπως συνήθιζαν να λένε οι παλαιότεροι, ένας τίτλος που όπως προκύπτει μέσα από το πέρας όλων αυτών τω χρόνων, κάθε άλλο παρά τυχαία δόθηκε στο Σουφλί. Άλλωστε όπως γνωρίζουμε η προσφορά των παλαιών δασκάλων και εκπαιδευτικών του Σουφλίου ήτανε κάτι περισσότερο από μεγάλη, καθώς η ζωή τους, εκτός από την φιλεκπαιδευτική τους δραστηριότητα συνδέθηκε και με ένα βαθύ πολιτιστικό έργο. Ένα έργο που αν και πραγματοποιήθηκε κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου και στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ωστόσο το αντίκτυπο του στο σημερινό πολιτιστικό γίγνεσθαι είναι κάτι περισσότερο από εμφανές. Αν και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνταν εκείνη την περίοδο στερούνταν τις σύγχρονες μεθόδους της παιδαγωγικής, και αντιθέτως χαρακτηριζόταν από μία ιδιαίτερη αυστηρότητα προς τους μαθητές, ωστόσο οι διδάσκαλοι αυτοί στάθηκαν στο σύνολο τους αντάξιοι της ιστορικής στιγμής που ζούσε τότε η Ελλάδα. Και αυτό διότι με την ένθερμη διδασκαλία τους αλλά και την προσήλωσή τους στα ηθικά διδάγματα του Ελληνισμού διατήρησαν στα δύσκολα εκείνα χρόνια υψηλό το εθνικό φρόνημα των παιδιών της χώρας, και συνάμα έβαλαν τις βάσεις για ένα συμπαγή μορφωτικό και πνευματικό υπόστρωμα που αποτέλεσε την αρχή της πνευματικής άνθησης στην πόλη του Σουφλίου τα επόμενα χρόνια.

Ζήσης Φυλλαρίδης, Ερευνητής 


Το Σουφλί - του Ζήση Φυλλαρίδη


Πλάι στα θολά νερά του Έβρου, ένα χιλιόμετρο περίπου από αυτά, είναι κτισμένη η πόλη του Σουφλίου, που τα πόδια της πατάνε στις πλαγιές της κατάφυτης από μουριές πεδιάδας και η κορυφή της φτάνει ως τις ρίζες της οροσειράς της Ροδόπης. Σαν γνήσια θυγατέρα του Ορφέα, είναι γεμάτη ομορφιά και κάλλη έχοντας πλούσια παράδοση, το τραγούδι και το χορό. Τα σπίτια του μοιάζουν σαν να έχουνε να σου διηγηθούν κάτι από μια άλλη, παλαιότερη, αλλά μαγευτική εποχή, μια εποχή που έφυγε αλλά μας άφησε αρκετά σημάδια. Το ίδιο και τα γέρικα δένδρα στις αυλές των σπιτιών, αλλά και στην εξοχή που απλώνεται πέρα από τα σπίτια. Και τι δεν θα είχαν άραγε να διηγηθούν αυτά τα γέρικα δένδρα αν μπορούσαν να μιλήσουν;
Το Σουφλί βρίσκεται απλωμένο στην ανατολική πλαγιά του χαμηλού λόφου με θέα προς τον απέραντο θρακικό κάμπο που διασχίζει ο ποταμός Έβρος. Παρά το γεγονός ότι το Σουφλί αποτελεί από μόνο του μία κατεξοχήν ιστορική πόλη, ερευνώντας περισσότερο την επί μέρους ιστορία του συμπεραίνουμε πως ακόμη και η κάθε γειτονιά του ξεχωριστά έχει την δικιά της ιστορία.
Η πρώτη επίσημη ιστορική αναφορά για το Σουφλί βρίσκεται στα κείμενα του τούρκου περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οποίος διασχίζοντας την περιοχή κατά το έτος 1667 αναφέρει μεταξύ άλλων χωριών και την ύπαρξη του Σουφλίου:
«Προχωρώντας προς τον Νότο, και μετά από 5 ώρες ταξίδι περάσαμε από τα χωριά Καραμπεγκλή, Χησαρτζήκ, Σαλτήκ, Μάνδρα, Σοφουλού και Καραπουνάρ, τα οποία κατοικούν μουσουλμάνοι και χριστιανοί ελεύθεροι φόρου ως κεφαλοχώρια».
Έτσι λοιπόν το γεγονός ότι αναφέρεται ως Κεφαλοχώρι το Σουφλί κατά τα μέσα του 17ου αιώνα μας κάνει να συμπεράνουμε πως πρέπει να αποτελούσε ένα από τα κυριότερα για την εποχή αστικά κέντρα στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Κουρτίδη το γεγονός ότι αναφέρεται στην περίοδο αυτή ως «Σοφουλού» σχετίζεται με την ύπαρξη κάποιου μουσουλμανικού μοναστηριού στην περιοχή, καθώς στην τουρκική «Σοφού» σημαίνει κατά κάποιο τρόπο «Ασκητής» και «Σοφός», ενώ είναι αρκετοί και εκείνοι που συνδέουνε το όνομα του με κάποιο ασκητήριο του μοναστικού τάγματος των Σούφι.
Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή που επικρατεί το Σουφλί πήρε το όνομα του από το Σούλι από όπου –σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση- φεύγοντας ένας μέρος των κατοίκων λόγω των διωγμών του Αλή Πασά, ήρθε και εγκαταστάθηκε στο σημερινό Σουφλί, στο οποίο και έδωσε αυτό το όνομα προς ανάμνηση της παλιάς πατρίδας, δηλαδή του Σουλίου.
Υπάρχει όμως και μία άλλη εκδοχή που θέλει το Σουφλί να συνδέει τις απαρχές του με κάποιον βυζαντινό γαιοκτήμονα που εγκαταστάθηκε στην περιοχή, τον Σουφλή, εκδοχή που ταυτίζεται κατά πολλούς και με την ύπαρξη βυζαντινών κτισμάτων δυτικά της πόλης, ανάμεσα στους λόφους του Άη-Λια
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αρχαία κτίσματα και κυρίως οι τύμβοι που βρίσκονται γύρω από την πόλη του Σουφλίου, οι οποίοι σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες των τελευταίων χρόνων αποδίδονται στους αρχαίους Θράκες, γεγονός που μας κάνει να πιστέψουμε πως αυτός ο τόπος κατοικείται από τους πανάρχαιους χρόνους.


Ψάχνοντας κανείς μέσα στις τοπικές παραδόσεις αλλά και στις συνήθειες των Σουφλιωτών της παλαιότερης εποχής εύκολα θα αντιληφθεί πως αποτελούν ένα μωσαϊκό διαφόρων πολιτισμικών ομάδων. Από την μία πλευρά η γειτονιά του Λέκκα και του Κακοσουλίου που σχετίζονται με το Σούλι και τις Ηπειρώτικες ρίζες αρκετών κατοίκων του Σουφλίου, και από την άλλη ο διονυσιακός χαρακτήρας των γνήσιων θρακικών αποκριάτικων και σατυρικών εθίμων (όπως π.χ. το έθιμο του «Καλόγερου» που πραγματοποιούνταν στο Σουφλί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930) αποτελούν ενδείξεις που επιβεβαιώνουνε αυτή την αρχική μας σκέψη.
Άλλωστε αυτήν την μετακίνηση των πληθυσμών που αφορά τις ιστορικές και λαογραφικές εκδοχές της απαρχής του Σουφλίου φαίνεται να επιβεβαιώνει κατά κάποιο τρόπο και το γεγονός ότι οι Σουλτάνοι μετά την ολική κυριαρχία των Τούρκων στην Βαλκανική μετέφεραν πληθυσμούς από την Θεσσαλία και την Ήπειρο προς την Θράκη για να συμπληρώσουν το κενό μεταξύ του πληθυσμού που είχε λιγοστέψει.
Η μεγάλη οικονομική άνθηση του Σουφλίου, που ουσιαστικά ήτανε και η αφετηρία της δημιουργίας ενός πρωτόγνωρου για την περιοχή οικονομικού και πολιτιστικού κέντρου, ήρθε με το διάταγμα του Σουλτάνου Χάτι Σερήφ κατά το 1839 σύμφωνα με το οποίο θα υπήρχε ισονομία μεταξύ των Μουσουλμάνων και Χριστιανών κατοίκων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η εποχή αυτή ξεκίνησε με το κτίσιμο των δύο μεγαλύτερων εκκλησιών του Σουφλίου, και συγκεκριμένα αυτών του Αγίου Αθανασίου, που κτίστηκε στη θέση ενός παλαιότερου ξύλινου εξωκλησιού στην περιοχή της Καρκατσελιάς, και του Αγίου Γεωργίου, που κτίστηκε στη θέση της παλιάς εκκλησίας που ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Χριστόφορο. Εκτός από τις εκκλησίες και τα υπόλοιπα κτίσματα στην εποχή αυτή ανεγέρθησαν και τα μεγάλα κτήρια για την εκτροφή του μεταξοσκώληκα που από εδώ και πέρα θα αποτελούσαν και τον κυρίως κορμό της οικονομικής ζωής του Σουφλίου.
Όμως η γοργή αυτή ανάπτυξη του Σουφλίου ανέβηκε σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα όταν το 1870 άνοιξε στο Σουφλί ο Σιδηροδρομικός Σταθμός, οπότε και το Σουφλί εκτός από όλα τα άλλα προτερήματα τώρα πια ήταν και ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της Θράκης.
Ωστόσο οι ανάγκες που δημιουργούσε η εκτροφή του μεταξοσκώληκα επηρέασαν σε έναν σημαντικό βαθμό και την αρχιτεκτονική δομή του σπιτιών και των οικημάτων του Σουφλίου, τα οποία στην πλειοψηφία τους είχαν ευρύχωρες σάλες για να φυλάσσονται τα κρεβάτια των κουκουλιών, αλλά και μεγάλες αυλές, ενώ μπαλκόνια σπάνια υπήρχαν.

Στα 1904, η Γαλλική εμπορική επιθεώρηση «Annuaire Oriental de Commerce» αναφέρει πως το Σουφλί έχει περί τους 12.000 κατοίκους, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ασχολείται με την μεταξουργία, την καπνοκαλλιέργεια, και τα αγροτικά.
Βέβαια, αυτή την άνοδο του Σουφλίου τώρα πια θα έρχονταν να διακόψουνε για ένα χρονικό διάστημα οι πολεμικές επιχειρήσεις με τις οποίες δοκιμάστηκε σκληρά ολόκληρη η περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης.


Όταν τον Οκτώβριο του 1912 κηρύχθηκε ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος οι Τούρκοι δημόσιοι υπάλληλοι που μέχρι τότε διοικούσαν ως τοποτηρητές του Σουλτάνου την περιοχή, εγκατέλειψαν το Σουφλί και έτσι οι Σουφλιώτες κατάφεραν σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα να οργανώσουν μόνοι τους και δίχως την βοήθεια κανενός την διοίκηση της πόλης. Βέβαια αυτή η χαρά των ελεύθερων πια Σουφλιωτών δεν θα διαρκούσε για πολύ, καθώς σύντομα η μοίρα θα τους έφερνε άλλη μια σειρά δυσκολιών πριν ξεκινήσει η μόνιμη ελευθερία τους. Με την λήξη των δύο Βαλκανικών πολέμων η Δυτική Θράκη και συνεπώς το Σουφλί παραχωρούνται στην Βουλγαρία και έτσι οι Σουφλιώτες όπως και οι άλλοι Έλληνες της βουλγαροκρατούμενης Θράκης αναγκάζονται να πάρουνε τον βαρύ δρόμο της προσφυγιάς, και επέστρεψαν στα σπίτια τους μετά την απελευθέρωση του 1920. Βέβαια οι περιπέτειες για την περιοχή δεν θα τελείωναν εδώ. Μετά την εθνική καταστροφή της Μικράς Ασίας το 1922, και συνεπώς την παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία, το Σουφλί ουσιαστικά χάνει το μεγαλύτερο μέρος των μορεώνων του που βρισκόταν στην απέναντι πλευρά, γεγονός που επηρέασε αρνητικά την μετέπειτα παραγωγή του μεταξιού.
Κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου το Σουφλί είδε την μεγάλη άνθηση της παραγωγής του μεταξιού να αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στο Σουφλί να μετατραπεί σε μία δίχως προηγούμενο βιομηχανική πόλη. Αποτέλεσμα βέβαια αυτής της αλλαγής ήτανε το να αποκτήσει ένα πρωτοφανές εργατικό δυναμικό που για πολλά χρόνια θα κρατούσε στη ζωή τα μεταξουργεία του Σουφλίου.
Με το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και τη γερμανική κατοχή σταματά κάθε εμπορική και πνευματική δραστηριότητα της πόλης . Σε αντίθεση με πριν όλα λειτουργούσαν υποτυπωδώς. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών που έγινε τον Αύγουστο του 1944 και λίγο πριν το ξεκίνημα την αρχή του εμφυλίου πολέμου το Σουφλί γεμίζει ξανά κόσμο. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών συγκεντρώνονται στο Σουφλί για λόγους ασφαλείας όπου και παραμένουν ως το τέλος του 1948, οπότε και η πόλη απαλλάσσεται από τον πόλεμο και τις αναταραχές που άφησε πίσω του ο εμφύλιος.

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

«Μνήμες Σουφλίου» – Το νέο ιστορικό-λαογραφικό Λεύκωμα του Ζήση Φυλλαρίδη


Το λεύκωμα «Μνήμες Σουφλίου» αποτελεί άλλη μία γραπτή μαρτυρία που συμβάλει στον μέγιστο βαθμό στην ανάδειξη και αξιοποίηση του τοπικού λαογραφικού και ιστορικού θησαυρού της πόλεως του μεταξιού, του Σουφλίου. Στις σελίδες του λευκώματος απλώνεται μία σειρά σπάνιων φωτογραφιών που μας μεταδίδουν μέσα από τις απαράμιλλες περιγραφές τους το παρελθόν του Σουφλίου, αλλά και ένας μεγάλος αριθμός εγγράφων που μας μαρτυρούν και μας επαληθεύουν ιστορικά γεγονότα που συνδέθηκαν με αυτόν τον τόπο.
Μετά την επιτυχή έκδοση του φωτογραφικού άλμπουμ-λευκώματος, ο Ζήσης Φυλλαρίδης επανέρχεται με την έκδοση αυτής της νέας και κατά αρκετά εμπλουτισμένης έκδοσης που κάνει ένα βήμα παραπέρα σε αυτήν την προσπάθεια για την διάσωση και την καταγραφή του λαογραφικού μας πλούτου. Εικόνες από όψεις και κτίρια του Σουφλίου που πλέον δεν υπάρχουν, στιγμές από την «χρυσή εποχή» της μεταξουργίας, παραδοσιακές ενδυμασίες και γιορτές που πλέον σταμάτησαν, φωτογραφίες από παραδοσιακούς γάμους και σχολικές αναμνήσεις, καθώς και δεκάδες κειμήλια που μας άφησαν οι παλιοί Σουφλιώτες, συνθέτουν όλα μαζί μία εικόνα μαγική. Μία εικόνα που αν και χάθηκε για πάντα, παραμένει αποτυπωμένη μέσα σ’ αυτό το ιστορικό-φωτογραφικό λεύκωμα για να θυμίζει και να καθοδηγεί.
Την έκδοση του λευκώματος «Μνήμες Σουφλίου» χρηματοδότησε η Νομαρχία Έβρου, ενώ εκδόθηκε με την συνεργασία και την στήριξη του Λαογραφικού Μουσείου Σουφλίου «Τα Γνάφαλα». Την έκδοση ανέλαβε η Angohellenic-Εκδόσεις Πέλτη Α.Ε.

Η εφημερίδα Ελευθεροτυπία για την 1η έκδοση του λευκώματος «Μνήμες Σουφλίου»

«Στις σελίδες του λευκώματος απλώνονται δεκάδες εικόνες του παρελθόντος που κάποιοι Σουφλιώτες ασφαλώς δεν έζησαν, προσώπων που με κάθε τρόπο ξεχώρισαν και καταστάσεων για τις οποίες άκουγαν από τους παλαιότερους μέσα από ιστορίες και διηγήσεις. Εικόνες που σε κάποιους φέρνουν μνήμες από το παιδικό τους παρελθόν ενώ σε άλλους εικόνες του απόμακρου παρελθόντος»

Ελευθεροτυπία, 18/01/2010


Στα 8 κεφάλαια του Λευκώματος θα συναντήσετε θέματα σχετικά με τη Μεταξουργία, θα περιηγηθείτε σε όψεις και τοποθεσίες του Σουφλίου, θα παρακολουθήσετε στιγμιότυπα από την ζωή της πόλης, θα γνωρίσετε παραδοσιακά επαγγέλματα, θα θαυμάσετε παραδοσιακές ενδυμασίες και θεατρικά δρώμενα, θα συγκινηθείτε με σχολικές και οικογενειακές φωτογραφίες, θα μάθετε, θα ψυχαγωγηθείτε και θα νοσταλγήσετε. Αυτές οι εικόνες φωτίζουν ένα μέρος της μακραίωνης διαδρομής της κοινωνίας του Σουφλίου και των ανθρώπων της, υπενθυμίζουν παλιότερα πρότυπα και αξίες, καθρεπτίζουν στοιχεία της ταυτότητας αυτής της κοινωνίας.

Ο Νομάρχης Έβρου, Νικόλαος Ζαμπουνίδης


Οι Μνήμες Σουφλίου είναι ένα βιβλίο που σε οδηγεί σε όλα αυτά τα διαφορετικά κομμάτια του Σουφλίου. Και όντως τελειώνοντας αυτό το βιβλίο θα πείτε ναι, τώρα κατανοώ τούτο τον τόπο καλύτερα, ακόμα και για μας που ζούμε σε αυτόν και τον θεωρούσαμε οικείο μας. Ίσως βέβαια από την άλλη να σου ανοίγει άλλη μια πύλη για όσα μόλις έμαθες και εμφανίστηκαν μπροστά σου, να αντιληφθείς πόσα λίγα εν τέλει γνωρίζεις για τον τόπο, τον δικό σου. Αυτό το λεύκωμα του Ζήση Φυλλαρίδη είναι ένα υπέροχο κειμήλιο για όλους εμάς που θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανές αυτές τις ιστορίες, αυτές τις μνήμες του Σουφλίου.

Δήμητρα Μπουρουλίτη, Λαογραφικό Μουσείο Σουφλίου “Τα Γνάφαλα”

Τηλ. 6947 68 71 98 E-mail: Zfyllaridis@hotmail.com

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

«Θρακικές ιστορίες» Το Σουφλί και οι Σουφλιώτες - του Κώστα Θρακιώτη


Είχαν να λένε οι ντόπιοι στα νυχτέργια τους, τα χειμωνιάτικα βράδια, για το τι σκαρφίζονταν οι παλαιότεροι για να ξεφορτωθούν το Τούρκο μέσα από την πολιτεία τους. Εκεί να βλέπεις χάσκαρα και γέλια, σαν διηγόντουσαν σπαρταριστές ιστορίες για φαντάσματα, περδουκλώματα, για καβαλίκες των αγάδων κι ένα σωρό του κόσμου αβανιές, που τους έκαναν να πιστεύουν πως τα’ αερικά και τα δαιμόνια ξεσηκώνονταν ενάντια τους, γιατί ήθελαν λέει τον εξολοθρεμό τους.

Να, γιατί λοιπόν τα χτήματα όλα ένα γύρο, μουριές, σταροχώραφα, περιβόλια, αμπέλια και μποστάνια ήταν ολότελα στα χέρια των ντόπιων Χριστιανών. Που να βρεθεί κανένας αγάς κτηματίας εκεί, ακόμα κι έμπορος; Τους έδιωχνε βλέπεις ο τόπος, που ήταν σαν μια μεγάλη φάρα κι από ένα γεννοκόπι. Αν έβλεπες κανένα φέσι στο κέντρο ή στο σταθμό, ήξερες πως ήταν κάποιος διοικητικός υπάλληλος, στο Τελωνείο ή στη Ρεζύ, ζαμπίτης ή νιζάμης της τοπικής φρουράς και τίποτε άλλο.

Έτσι ξεχώριζε το Σουφλί ανάμεσα σ’ όλη τη Θράκη, σαν κάτι που δεν μπορούσε να το βάλει ο νους σου μέσα στην καρδιά της Τουρκιάς. Ό,τι και να πεις τη χαιρόσουν εκείνη την πολιτεία, που ήταν ολότελα Ρωμέικη, με την ανεξαρτησία και τη λεβεντιά της και ήξερες από πρώτα πως ήταν έτοιμη για ένα φιλότιμο, να σκοτώσει και να σκοτωθεί για τη μεγάλη που λένε Ιδέα. Μα να μη θαρρέψει κανένας πως ήταν και ντιπ ρέμπελοι ή μπόσικοι άνθρωποι, του σχοινιού και του παλουκιού, που δεν το ’χαν για τίποτα να σαπλαντήσουν τον αντικρυνό τους γιατί τους λοξοκοίταξε…

Όχι. Οι άνθρωποι ήταν νοικοκυραίοι. Ντόμπροι και μπεσαλήδες. Κοίταζαν τη δουλειά τους και δεν πείραζαν κανέναν, αν πρώτος αυτός δεν τους πείραζε. Δεν ήταν ντεληφουσέκια, ούτε κοπούκια. Δεν ήταν μ’ άλλα λόγια παλαβοί. Ξύπνιοι ήταν όσο δεν έπαιρνε και πονηροί όσο έπρεπε, για να μην τους ανεβαίνει κανένας στο κεφάλι και τους πάρει τον αέρα….

Φονικά δεν ακούστηκαν ποτέ στον τόπο τους. Σκοτωμοί στις νταβέρνες, πάνω στον καυγά και σούπα-μούπες, όπως δα γίνονται σ’ όλα τα μέρη του κόσμου, όπου υπάρχουν αψόθυμα νιάτα και γρήγορα ανάβουν τα αίματά τους από μια μικρή παραξήγηση, όχι δε θυμόταν ποτέ οι παλιοί έως τότε. Τα καμπανταϊλίκια ήταν για τους άλλους. Αυτοί αν μάλωναν καμιά φορά θα ’ταν για καμιά διαφιλονικούμενη ρίζα μουριάς ή για κανένα καβάκι. Τότε μπορούσαν ν’ αρπάξουν το στυλιάρι ή τον κασμά και να τον φέρουν στην κεφαλή του άλλου.

Ο τόπος ήταν βέβαια φτωχός και το ψωμί έβγαινε δύσκολα. Μα όπως και να το κάνεις, όλοι αναμεταξύ τους ήταν, όπως είπαμε, σαν μια γενιά. Πες αδέλφια, συγγενήδες, πρωτοδευτεροξάδελφα, κουμπάροι, συμπέθεροι, κι αμέσως φίλιωναν. Το αίμα νερό δε γίνεται. Έκοβαν την αμάχη ευτύς σαν τους παίρναγε ο θυμός –το κακό αίμα που τους είχε βαρέσει στο κεφάλι- κι αντάμα τραβούσαν κανένα ποτηράκι ρακί ή να πιουν λίγο μπρούσκο κρασί για να πάει και τούτο με τις καλιακούδες στο κράκουρα και στην οργή…

Οι προετοιμασίες του γάμου

Και η κόνα Βασιλική, πραγματική αρχόντισσα του τόπου, θυγατέρα του κυρ Δερβίσογλου, του ξακουσμένου έμπορα στην Πολιτεία, με την σαμουρογούνα της και τον μεταξωτό μποχτσά της, πλάι στον άντρα της τον κύριο Δημητρό, υποδεχόταν στο σαλόνι τους, τον μουσαφίρ-οντά, όπως τον έλεγαν, τον κόσμο που ερχόταν να τους συγχαρεί για τους μελλούμενους γάμους της μονάκριβης κόρης τους.

Όλο το σπίτι βρισκόταν σήμερα σε αδιάκοπη κίνηση και ταραχή. Η νύφη χαμηλοβλεπούσα κι ακριβοθώρητη πηγαινοερχόταν από το ένα δωμάτιο στο άλλο, τάχα για να βάλει τάξη στα πράγματα, μα δεν έκανε τίποτα απ’ ό,τι λογάριαζε να κάνει. Άλλωστε την Χρυσούλα την είχαν τόσο καλομαθημένη, που όλες τις δουλειές του σπιτιού τις έκαναν οι δούλες. Και μόνο η αφέντρα, η μάνα της, έδινε τις παραγγελιές και τις διάτες.

Από τα πολλά πρωί είχαν ανοίξει τα σεντούκια και τα φορτσέρια με τα προικιά. Μοσχοβόλησε ο τόπος σαν ανοίχτηκαν τα μπαούλα από τα κυπαρισσόμηλα και τη λεβάντα του βουνού. Τα είχαν αποθέσει εκεί για να μη τα φάει η βότριδα. Και τι προικιά ήταν εκείνα που τα δούλεψαν τώρα και χρόνια τόσο μαστορικά οι καλύτερες υφάντρες και κεντήστρες του τόπου; Τα θάμαζαν και τα ζήλευαν όσοι τα πρωτοείδαν. Τέτοιο πλούτο κι αρχοντιά δεν ματάειδαν έως τότες.

Τα μεταξωτά παπλώματα στ’ αλήθεια, ήταν η χαρά του ματιού, έτσι πλουμισμένα με χίλια δυο σχέδια και χρώματα που είχαν. Σαν τα ’πιανες έμοιαζαν με νερό. Τόσο απαλά στα δάχτυλα των χεριών σου εφάνταζαν. Αμή και οι σελτέδες, τα στρωσίδια, τα μαξιλάρια, οι μπάντες από μαλλί της Ανατολής και μπαμπάκι του Μισιριού και τι κεντίδια και τι ξόμπλια, όλα περίτεχνα ιστορημένα. Άδικα δεν χάλασε ο κυρ Δημητρός για το χατήρι της μοναχοκόρης του, τόσες λίρες και ναπολεόνια, για να γίνουν όλα ετούτα τα υφαντικά, οι ρόμπες, τα μεσοφούστανα, κι όλα τ’ άλλα όσα χρειάζονται για να στηθεί ένα καλό οικοκυργιό. Το τράχωμα μετρήθηκε στα χέρια του γαμπρού, πεντακόσιες ολοστρόγγυλες λίρες, μπροστά στον Παπαγιάννη και τον γέροντα Σατραζανίδη.

Στο μεταξύ σχεδόν ετελείωσαν όλες οι προετοιμασίες. Το υπηρετικό προσωπικό έφτιασε κιόλας όλα τα γλυκίσματα του γάμου. Τους μπακλαβάδες και το σαρεγλί που το επιτηδευόταν η ίδια η αφέντρα. Δεν ξέχασαν ούτε τα κουλίκια με σουσάμι και μέλι, που όταν τα ζύμωσαν έγινε μια αληθινή ιεροτελεστία. Τόσο στο ζύμωμα, στο πλάσιμο και στο φούρνισμα, όσο και στο ξεφούρνισμα, έπαιζαν ώρες τα βιολιά. Το ίδιο όταν έπιασαν το χορό και τραγούδαγαν τα κορίτσια και τα παλληκάρια γύρω και μπροστά από το φούρνο. Τέλος σαν ψήθηκαν ροδοκοκκινισμένα τα κουλούρια, ένα αγόρι «μονοστέφανο» τα πήρε και με τα «τσαλγκιά» τα ’φερε και τα μοίρασε στο σπίτι του γαμπρού, του κουμπάρου και σ’ όλο το συγγενολόγι τους.

Για το «κανίσκι» ετούτο όλοι ευχόταν το «καλορίζικα».

Και να που σήμερα ήρθε και η μεγάλη στιγμή, ν ανοίξει το σπίτι της η αρχόντισσα κόνα Βασιλική. Κατά τη συνήθεια του τόπου η ίδια έκανε τα καλέσματα, προσκαλώντας όλους τους συγγενείς και τους φίλους, για να δούνε τα προικιά.

Εκεί, στη μεγάλη κι απλόχωρη σάλα, οι γυναίκες σιάξανε πρώτα –πρώτα τη «γιουκιά». Έστρωσαν τρία μεντέρια υφαντά, άσπρα με γαλάζιο το κιλίμι απανωτά. Έπειτα τη «βρανιά» τρία στρώματα κατριλωτά, σελτέδες και μαξιλάρια. Μετά σ’ ένα σχοινί στην κάμαρη απλώσανε την προίκα: Δώδεκα πουκαμίσες με βελονίσια νταντέλα και κεντήματα. Δώδεκα πανταλόνια, δώδεκα τουλπάνια με πούλιες και με χάντρες.

Να μιλήσουμε τώρα και για τα τραπεζομάντηλα, τις πετσέτες, τις «χουμαγένιες» με φαρδύ ανεβατό κέντημα, τις άλλες του προσώπου με κόκκινες μάρκες στον καναβά και σατσάκι για νταντέλα στις δύο άκρες; Όχι. Δεν θα μας έπαιρνε η ώρα. Όλα ήταν στην εντέλεια και άψογα καμωμένα. Και τι άλλο θα ’πρεπε να πρωτοθυμηθούμε; Για τα τριανταπέντε ζευγάρια κάλτσες – αντρίκες και γυναικείες- τους τζεβρέδες κεντημένους με χρυσάφι και μετάξι χρωματιστό, ή για τα μάλλινα τσεμπέρια με μπιμπίλα για την πεθερά, την αδελφή της πεθεράς, τις θειάδες και όλες τις συγγένισσες του γαμπρού; Να πούμε και για τα φουστάνια της νύφης, τα κλαδωτά από ταφτά, για τα κοντογούνια και τις βρακοζώνες της, που κι αυτές ήταν κεντημένες με χρυσάφι και μετάξι, ή για τ’ άλλα «μποχτσαλίκια» για το πεθερό, τον κουμπάρο και για όλα τ’ ανδραδέλφια;

Με δυο λόγια ένα θα πούμε: όλοι παινεύανε τη νύφη και την αρχόντισσα για την αξιοσύνη τους. Όλο το σπίτι βρισκόταν στις δόξες του παντού αντηχούσαν τα γέλια και τα χάχανα των κοριτσιών. Ερχόταν και πήγαιναν τα ρεγάλα του γαμπρού και των φίλων τους. Φέρανε και το νυφικό φουστάνι, κάτασπρο τούλι, σαν από χιόνι, σκαρπίνια άσπρα, άσπρες κάλτσες κι άσπρα γάντια, τα τρες, τις μπλίρες, τις μυρουδιές, τις πούντρες, τα μοσχοσάπουνα και τ’ άλλα. Έτσι ταίριαζαν όλα στην αθωότητα, την ομορφιά και την παρθενιά του κοριτσιού. Η χαρά της ορίστηκε να γίνει την άλλη Κυριακή…

Ο τρύγος

Και ο Χατζησταυρακούδης, ο τσορμπατζής, θα ετοίμαζε στην αυλή του σπιτιού του δυο ληνούς. Οι μαστόροι –υποταχτικοί του- από μέρες συγύρισαν τα βαρέλια, τους κάδους, τις τίνες και τα βεργιά. Όλα στην εντέλεια. Θα έρχονταν και οι βούβαλοι, στολισμένοι με χαϊμαλιά και κουδούνια ασημένια, να φέρουνε τον τρύγο…

Χαρές τότες να δεις. Να τριζοκοπάνε και τ’ αμάξια, με τα καινούργια τους τ’ αξόνια, κουβαλώντας το χαϊρλίδικο μαξούλι, το μπερεκέτι της χρονιάς.

Ανάστα ο Θεός οι τρυγητάδες. Άντρες, γυναίκες, κορίτσια και παιδιά. Θ’ άδειαζαν τα σταφύλια στα τρυγοκάλαθα και θα τ’ αναποδογύριζαν στους ληνούς. Τι πανηγύρι και χαρές, σαν θα κουβάλαγαν το μούστο από τον κάδο στα βαρέλια. Και τα παιχνίδια στη δόξα τους. Να παίζουν οι λύρες, και οι γκάιντες να ξεχύνουν ολούθε, με τα ντούρου –ντούρου – τ’ αναστενάγματά τους – όλους τους βακχικούς αθάνατους θρακιώτικους σκοπούς.

Και ν’ ανασταίνονται οι τρικούβερτοι χοροί. Οι κοπελιές με τα παλληκάρια να χορεύουν την «Τσουρτσουλιάνω» και τον Αλεξαντρή. Να το γυρίζουνε άλλοτες στο χασάπικο, το ζεϊμπέκικο ή στον καλαματιανό. Και ο ξέφρενος χορός τους να κρατάει και πέρα από τ’ άκραχτα μεσάνυχτα.

Και οι πατητάδες όλη την ώρα πάλι εχόρευαν κι αυτοί αντάμα τους. Με ολόγυμνα πόδια και ψηλά τα μπατζακλίκια, πηγαινοέρχονταν ρυθμικά, στα μπρος και πίσω, βουτώντας έως το γόνατο πάνω στο ληνάρι.

Και να στήνει και η Χαστησταυρκούδαινα τους σοφράδες κάτω από τη μεγάλη της κληματαριά, να φάει η εργατιά και να ευφρανθεί το δείπνο. Και αδριανουπολίτικο σαρμά να τους φτιάσει, κιοφτέδες με γιουφκά και σαζάνι πλακί, φερμένο από τη Μαρίτσα. Κι δυο ταψιά μπακλαβάδες και σαρεγλιά σε πλούσιες πιατέλες, για να τρώνε και να τρέχουνε τα σάλια τους από τη γλύκα. Άσε το μπρούσκο κρασί, τον μπογιαμά, σωστή μεταλαβιά, που θα το ’φερνε από το φουμισμένο βαγένι τους.

Μερακλίδικο φαγοπότι θα τους έκανε, που να το θυμάνται σ’ όλη τους τη ζωή.

Το φονικό που έγινε στο Σουφλί

…ένα εντελώς ακαταλόγιστο φονικό που έγινε στο Σουφλί, στα τέλη του Οκτώβρη του 1908, ανήμερα του Αη Δημήτρη.

Ο Δημήτριος Γλύστρας ήταν από τους πιο ακουστούς άρχοντες του τόπου, με όνομα, βιος και υπόληψη. Η φαμίλια του από τις πιο μεγάλες στην πολιτεία και από τις πιο παλιές. Κληρονόμησε μια τεράστια περιουσία από τον πατέρα του, σε χτήματα, μουριές, σταροχώραφα, αμπέλια, μποστάνια και μπιτζικλίκια. Μα την αυγάτισε κι ο ίδιος, σαν το μαγαζί του γονιού του το έκανε εμπορικό, με την ταμπέλα που έγραφε με κεφαλαία γράμματα: «Εισαγωγές και εξαγωγές». Ό,τι έμπαινε κι έβγαινε στην πολιτεία ήταν δικιά του δουλειά. Γι’ αυτό κρατούσε στα χέρια του όλο το Σουφλί με το χρήμα του εκείνα τα χρόνια.

*

Αρμένηδες ή Οβριοί ποτές δεν θυμόταν να μπόρεσαν να στεργιώσουν εκεί. Ακόμα και οι Τουρκαλάδες είχαν πάρει από νωρίς το φύσημά τους από το Σουφλί.

*

Το μυαλό του δούλευε στ’ αλισβερίσι και στο διάφορο. Σαν έμπορας πήγαινε ν’ αυγατίσει το βιός του και τα καζάντια του.

Άνοιγε εύκολα πιστώσεις στους πελάτες του και τους έκανε τέτοιες «ευκολίες» που τον πλέρωναν όχι μόνο «τοις μετρητοίς», μα και σε είδος απ’ την παραγωγή τους, σε κρασί, κουκούλια, μπαμπάκι και δημητριακά. Η μέθοδος ήταν πολύ απλή. έδινε σα να λέγαμε στο χωριάτη, στις δύσκολες ώρες του χειμώνα, μια οκά άχυρο για να του πάρει αντίστοιχα μια οκά σιτάρι κατά το θέρος. Το ίδιο γινόταν και με τα χλωρά κουκούλια που τα ’παιρνε πίσω «ξερά» και κλιβανισμένα. Φυσικά, δάνειζε και χρήματα με τόκο, με τους ίδιους όρους, φροντίζοντας να τους δένει καλά με ομόλογα που έπρεπε να ξοφλούνται μέχρι την τελευταία πεντάρα τον καιρό της σοδειάς.

Περιττό να σημειώσουμε εδώ, πως ο μεγαλομπακάλης δεν χώνευε καθόλου τον προεστό. Μάλιστα τώρα που άρχισε να τον συναγωνίζεται στο εξωτερικό εμπόριο και είχε πάρει την αντιπροσωπεία μιας μεγάλης ιταλικής εταιρείας για την εξαγωγή των κουκουλιών. Φανταζόταν πως δεν θα περνούσε πολύς καιρός και θα γινόταν αυτός ο αδιαφιλονίκητος ρυθμιστής της κουκουλοαγοράς, έφτανε μονάχα να ’βγαινε από τη μέση ο κύριος Γλύστρας, ο πιο επικίνδυνος ανταγωνιστής του.

Μάθαινε ο Γλύστρας, κάθε τόσο από τους δικούς του, ό,τι βρωμιά λεγόταν στο παζάρι και στο μαγαζί του κουνιάδου του Λεφάκη και τι ο ίδιος ετούτος τον κατηγορούσε.

-Φοβού τας διαβολάς καν ψευδείς ώσιν. Μη το ξεχνάς ετούτο, κύριε Δημητρό, κάτι ξέρανε και οι παλαιοί, του είπε μια μέρα ο φίλος του γεροσχολάρχης.

-Και συ, δάσκαλε, μην ξεχνάς τον Αισώπειο μύθο των κοράκων, απάντησε ο άρχοντας.

Δεν έδινε καμιά σημασία, ώσπου ένα βράδυ βρυχερό, ανήμερα της γιορτής του, την ώρα που γύριζε από το σπίτι του αδελφού του, ένας παρακεντές του κουνιάδου του Λεφάκη, με την κάμα του, παραμονεύοντας τον μέσα στο σκοτάδι, τον ξάπλωσε νεκρό μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού του.

Τώρα, πως μπορώ να ξεχάσω και να μη θυμηθώ τον μεγάλο λόγο της θείας Κλεονίκης Γλύστρα, όταν αναπάντεχα κάποτε βρέθηκε μπροστά στο φονιά του άντρα της, που πεσμένος στα γόνατά της –τέλειο ράκος στα στερνά του- της ζήτησε με αναφιλητά να τον σχωρέσει για το μεγάλο κακό που της έκανε;

-Σχώραμε, κυρά, για το φαρμάκι που σε πότισα. Ας όψονται ετούτοι που με βάλανε στο μεγάλο κρίμα. Τι να ’κανα ο μαύρος; Με είχαν χειροπόδαρα δεμένο στη δούλεψή τους, σαν ήμουν σέμπρος στα χτήματά τους και τους χρώσταγα τα μαλλοκέφαλά μου. Δε μ’ άφηναν τα χρέγια και οι αρρώστιες της γυναίκας και του παιδιού μου, που είσαντε του θανατά… Αχ, αν ήξερες πως μου ’βαλαν τη θελιά στο λαιμό εκείνον τον καιρό… Η φτώχεια, κυρά, είναι κατάρα και κακός συμβουλάτορας η πείνα, πανάθεμά τηνε… Σχώραμε κυρά… σχώραμε…

Κι εκείνη, η άτυχη πάντα και πολύπαθη θεία μου, που ήξερε καλά τα βάσανα και τους παραδερμούς εκείνου του ανθρωπάκου, που πολλές φορές έως τότε του συμπαραστάθηκε στη δυστυχία και στη φτώχεια του –χωρίς καν να γνωρίζει τίποτα από το παρελθόν του, έως εκείνη τη στιγμή της εξομολόγησής του- σαν ξεπέρασε τη φρίκη της, δεν δίστασε να του πει.

-Σχωρεμένος να ’σαι, κυρ-Αποστόλη από μένα. Κοίταξε τώρα πως θα σε ελεηθεί και ο Θεός…

Έρευνα –Επιμέλεια

Σταύρος Παπαθανάκης

Δημοσιεύθηκε στον «Βορέα», στο τεύχος 11 Απρίλιος 2006

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Αθανασίου στο Σουφλί - Του Ζήση Φυλλαρίδη



Μέσα στην πλούσια πνευματική και λαογραφική παράδοση του Σουφλίου, ξεχωρίζει και μία άλλη, ξεχωριστή πλευρά που συνδέθηκε αρκετά με το παρελθόν αυτού του τόπου. Και ο λόγος για την βαθιά εκκλησιαστική παράδοση που πέρα από το πνευματικό έργο που άφησε στην περιοχή αυτή ανά τους αιώνες, έδωσε και μία διαφορετική εικόνα στο πρόσωπο της πόλης του μεταξιού.
Στο παρόν κείμενο, έχοντας λάβει υπόψη τις σπάνιες ιστορικές μαρτυρίες που έχουν κατά καιρούς διασωθεί, αλλά και την βαριά Ορθόδοξη κληρονομιά που μεταφέρει εκτός από την υπόλοιπη της παράδοση η πόλη του μεταξιού, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μία όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα για τον ιερό χαρακτήρα που κατέχει ένα από τα μνημεία της περιοχής μας. Και ο λόγος για τον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου που εδώ και 2 αιώνες αποτελεί έναν πνευματικό φάρο, που εκτός από την πνευματικότητα του περιέχει μέσα του μία ολόκληρη ιστορία….
Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας παραθέτει ο Χρήστος Παπασταματίου στο σπάνιο και δυσεύρετο πλέον έργο «Λαογραφικά Σουφλίου», πριν κτιστή ο ναός του Αγίου Αθανασίου με την σημερινή του μορφή, στην ίδια θέση υπήρχε ένα μικρό παρεκκλήσι, που ήτανε και αυτό αφιερωμένο στον Άγιο Αθανάσιο. Όμως η περιοχή όπου βρισκόταν το εν λόγο κτίσμα ήταν αρκετά δασώδης, και έτσι μόλις φαινότανε η κορυφή της σκεπής του που ξεπρόβαλε επάνω από τις κορυφές των ψηλών δένδρων. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τις καταστάσεις εκείνης της εποχής, αλλά και τον τρόπο κατασκευής του ιερού, εύκολα βγαίνουμε στο συμπέρασμα πως ο τόπος αυτός μάλλον πρέπει να είχε επιλεγεί εξαρχής, έτσι ώστε το εκκλησάκι να είναι καλά κρυμμένο και να μην αποτελεί στόχο για τους όποιους αλλόπιστους κατακτητές που θα περνούσανε από την περιοχή.
Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Χ.Παπασταματίου, κάποιος γνωστός του είχε αφηγηθεί πως λίγο ποιο κάτω από αυτό το εκκλησάκι βρισκότανε και ένα πηγάδι κτισμένο με πέτρινη στέγη που έμοιαζε με φτερά αετού. Από το πηγάδι αυτό όπως λέει έπαιρναν νερό όλοι οι κάτοικοι της «Καρκατσελιάς», δηλαδή του άνω μέρους του Σουφλίου. Η δε «Πλατεία Νίκης» όπως ονομάζεται η περιοχή που βρίσκεται σήμερα κάτω από τον Άγιο Αθανάσιο, δεν ήτανε παρά μία χαράδρα περιτριγυρισμένη από ψηλά δένδρα και πυκνούς θάμνους, γεγονός που μάλλον είχε ως αποτέλεσμα η πλατεία να αποκαλείται μέχρι και σήμερα από τους Σουφλιώτες «Σαρπ Μπουνάρ» που σημαίνει δασωμένο πηγάδι.
Όταν όμως το 1840 οι κάτοικοι και ο μητροπολίτης αποφάσισαν να ανακατασκευάσουν την εκκλησία, ανακατέταξαν και ολόκληρη την γύρω περιοχή, καθώς όπως μας αναφέρει ο Χρήστος Παπασταματίου η ρεματιά «με προσωπική εργασία των κατοίκων καθαρίστηκε, ισοπεδώθηκε και παράλληλα με την εκκλησία έγινε και το σχολείο, καθώς και η μικρή πλατεία».


Όπως μας μαρτυρά και η επιγραφή που βρίσκεται στο εξωτερικό μέρος του ιερού, ο ιερός ναός του Αγίου Αθανασίου περατώθηκε το 1848. Το τέμπλο κατασκευάστηκε από τον Στρατή Κελεδούρη, τον φημισμένο για την εποχή τεχνίτη από την Ανατολική Θράκη. Σύμφωνα δε με την τοπική παράδοση ο πατέρας του ήτανε καλύτερος τεχνίτης και σκάλισε λίγο πιο ύστερα το τέμπλο της κάτω εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου. Κατά μία άλλη μαρτυρία όμως η εκδοχή αυτή δεν είναι αληθινή, καθώς το γεγονός ότι το τέμπλο της κάτω εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου είναι αρκετά ποιο πολύπλοκο και καλαίσθητο, οφείλεται στην καλύτερη πληρωμή που είχαν λάβει οι τεχνίτες του! Όποια όμως εκδοχή και αν ισχύει μέσα στις τοπικές παραδόσεις και μαρτυρίες, το σίγουρο είναι πως μιλάμε για δύο ναούς που οι επισκέπτες θαυμάζουν για τα τέμπλα τους, που δεν υπάρχουνε αντίστοιχα σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας. Και αυτό βέβαια οφείλεται στο ότι οι τεχνίτες αυτοί, πατέρας και υιός ήσαν οι ποιο φημισμένοι σε ολόκληρη την Θράκη, καθώς είχαν φιλοτεχνήσει τα τέμπλα αρκετών ναών της Ανατολικής Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας.
Ας συνεχίσουμε όμως κάνοντας και μία αναφορά σχετικά με το εσωτερικού του ναού.
Κατ’ αρχήν πρέπει να αναφέρουμε ότι τα μάρμαρα του δαπέδου, λέγεται ότι τα κουβαλούσανε οι νέοι από το σιδηροδρομικό σταθμό μέχρι εκείνο το σημείο με τη ράχη! Κάτι τέτοιο δεν είναι διόλου απίθανο καθώς αν αναλογιστούμε το γεγονός πως εκείνη την εποχή δεν υπήρχανε ούτε τα στοιχειώδη μεταφορικά μέσα, και μάλιστα σε μία τοποθεσία με τόση ανηφοριά, αυτός ήτανε και ο μοναδικός τρόπος του να μεταφερθούν εδώ οι μαρμάρινες πέτρες. Έτσι οι νέοι της επάνω γειτονιάς είχαν βάλει τάμα να κουβαλήσουν όσα κομμάτια μπορούσαν περισσότερα.
Τα παράθυρα του ναού, είναι σχετικά μικρά, και το λιγοστό φως που εισέρχεται στο εσωτερικό – ειδικότερα κατά τις παλαιότερες εποχές όπου υπήρχε η έλλειψη του ηλεκτρικού ρεύματος – δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την δημιουργία της λατρευτικής ατμόσφαιρας. Αυτό βέβαια επιτείνεται περισσότερο αν λάβουμε υπόψη μας ότι για να εισέλθει κανείς από τον Νάρθηκα στον κυρίως ναό, πρέπει να κατέβει και τρία σκαλοπάτια, γεγονός που δίνει στον επισκέπτη την αίσθηση ότι κατεβαίνει σε κάποιον υπόγειο χώρο.




Όταν όμως το 1957 οι χονδροί πέτρινοι τοίχοι άρχισαν να παρουσιάζουνε ρωγμές κρίθηκε αναγκαία η επισκευή του ναού, και έτσι η Επιτροπή συμβουλεύτηκε κάποιους μηχανικούς, οι οποίοι όμως ήτανε της άποψης πως έπρεπε να κατεδαφιστεί ο ναός και να κτιστεί στη θέση του άλλος καινούργιος. Όπως όμως μας πληροφορεί ο Χρήστος Παπασταματίου κάτι τέτοιο βέβαια δεν θα μπορούσε εξαρχής να συμβεί καθώς τόσο η έλλειψη χρημάτων αλλά και το γεγονός ότι οι Σουφλιώτες θα στερούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα αυτόν τον ιερό τους χώρο, αποτελούσαν γεγονότα που απέτρεπαν μία τέτοια ενδεχόμενη ενέργεια. Έτσι τα αρχικά σχέδια άλλαξαν και με την πρωτοβουλία του δραστήριου ιερέα Αρχιμ. Παπα-Σπυρίδωνα, έγινε έρανος, ο οποίος σε συνδιασμό με μία μικρή κρατική αρωγή έδωσε την ευκαιρία να ανακατασκευαστεί ο ναός και σύμφωνα πάντα με το καλλιτεχνικό γούστο το Παπα-Σπυρίδωνα να γίνει όπως μας λέει ο Χρ.Παπασταματίου «χάρμα οφθαλμών», μία εικόνα που διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας! Το έργο αυτό βέβαια μαρτυρεί και η επιγραφή που συναντά σήμερα ο επισκέπτης στην αριστερή πλευρά της εισόδου του ιερού ναού: «Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΑΝΕΚΑΙΝΙΣΘΗ ΕΠΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ-ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ ΚΥΡΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ ΣΙΓΑΛΑ ΕΦΗΜΕΡΕΥΟΝΤΟΣ ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΣΤΟΓΙΑΝΝΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΕΥΟΝ ΤΩΝ ΠΑΣΧΑΛΗ ΚΑΨΑΛΙΔΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΛΠΑΚΛΗ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΤΕΛΗ ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔ. ΓΛΥΣΤΡΑ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΩ ΕΥΣΕΒΩΝ ΕΝΟΡΙΤΩΝ ΣΩΤΗΡΙΩ, ΕΤΕΙ 1957».
Το δε καμπαναριό χρονολογείται στο 1882 και είναι ολόκληρο κτισμένο από πελεκητή πέτρα, ενώ έχει κτιστεί επάνω σε βραχώδη βάση.
Όπως αναφέρει στα «Λαογραφικά Σουφλίου» ο Χρ. Παπασταματίου πριν κτισθεί το κωδωνοστάσιο, στο βράχο που ήταν εκεί, ήταν τοποθετημένο ένα «σήμαντρο», δηλαδή ένα ειδικό σιδερένιο έλασμα μήκους 1 μ. και πλάτους 0.20 μ. Μ’ αυτό καλούσαν τους πιστούς κάθε Κυριακή και γιορτή, καθώς και καθημερινά κατά τις ώρες του όρθρου και του εσπερινού.
Όπως είναι γνωστό άλλωστε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας απαγορευότανε η χρήση των καμπαναριών, και η όποια ειδοποίηση των πιστών γινόταν με ξύλινα ή σιδερένια σήμαντρα που ήτανε εγκατεστημένα σε διάφορα σημεία της πόλης, στημένα κυρίως σε πρόχειρα κτίσματα. Δηλαδή κάτι ανάλογο που συμβαίνει ακόμη και σήμερα στα μοναστήρια όπου οι μοναχοί ειδοποιούνται με τον ήχο των σήμαντρων.
Άξιο αναφοράς είναι και το εικονοστάσι της εκκλησίας όπου υπάρχουνε αρκετές ανεκτίμητης αξίας παλιές εικόνες, αρκετές από τις οποίες είναι θαυμάσιας τεχνοτροπίας.
Μεταξύ αυτών αναφέρουμε μερικές από αυτές μαζί με τις επιγραφές και τα αφιερώματα τους:




i.Εικόνα Αγίου Αθανασίου που βρίσκεται παρά του εικονοστασίου και χρονολογείται στις αρχές του 19ου αιώνα
ii.Εικόνα των Μυροφόρων που χρονολογείται στα τέλη του 19ου αιώνα
iii.Ρωσικό Εικόνισμα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που χρονολογείται στο 1906 και βρίσκεται μέσα στο Ιερό
iv.Εικόνα της Κυριακής των Βαΐων που χρονολογείται στα μέσα του 19ου αιώνα
v.Εικόνα της Αγίας Παρασκευής του 1969
vi.Χρυσοκέντητος Επιτάφιος που χρονολογείται στο 1834
Επίσης πρέπει να αναφέρουμε ότι ένα από το ιερότερα κειμήλια (και ίσως το παλαιότερο) είναι και ένα Ιερό Ευαγγέλιο που βρίσκεται στην βιβλιοθήκη του Ιερού, και χρονολογείται στο 1671 και δωρίθηκε στον Ναό το 1862 από κάποιον άγνωστο δωρητή. Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι και το γεγονός ότι τα γράμματα του κειμένου του εν λόγω Ευαγγελίου είναι Βυζαντινής γραφής.
Εκτός όμως από τις ιερές εικόνες έχει διασωθεί και διατηρηθεί (τόσο με τις ενέργειες του π. Σπυρίδωνα στο παρελθόν, όσο και του π. Σταματίου στις μέρες μας) και ένας σημαντικός αριθμός άλλων ιερών αντικειμένων που χρησιμοποιούνταν στον Ναό κατά το απώτερο παρελθόν, και σήμερα πλέον βρίσκονται σε διάφορα σημεία του για να θυμίζουνε στους πιστούς και τους όποιους επισκέπτες το παρελθόν και την ιστορικότητα αυτής της εκκλησίας. Ορισμένα από αυτά είναι οι παλαιοί πολυέλαιοι που χρησιμοποιούνταν όταν χτίστηκε ο ναός στις αρχές του 1800, αλλά και τα ιερά λάβαρα-αφιερώματα που δώριζαν στην εκκλησία οι συντεχνίες του Σουφλίου.



Όπως μας αναφέρει ο Χρήστος Παπασταματίου, κατά το παρελθόν, και κυρίως στα μέσα και στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ο ιερός ναός του Αγίου Αθανασίου εκτός από την λαμπρή ιστορικότητα του, φημιζότανε πολύ και για την ιδιαίτερη λαμπρότητα της πανήγυρης του. Κάτι τέτοιο άλλωστε είναι λογικό να συνέβαινε καθώς ο πληθυσμός του Σουφλίου σε αντίθεση με την σύγχρονη εποχή ήτανε αρκετά μεγάλος. Όπως μας λέει λοιπόν, υπήρχε το έθιμο κατά την 18ηΙανουαρίου τις πρωινές ώρες να μαζεύονται στον ναό του Αγίου Αθανασίου, συν γυναίξι και τέκνοις οι κάτοικοι της κάτω γειτονιάς του Σουφλίου για να ζητήσουν την χάρη του, ενώ αμέσως μετά επισκεπτόταν συγγενικά και φιλικά τους σπίτια. Υπήρχε επίσης το έθιμο κατά την ημέρα αυτή οι ενορίτες του Αγίου Αθανασίου να φιλεύουν, και για το σκοπό αυτό προμηθευόταν αρκετές μέρες νωρίτερα τα κατάλληλα αγαθά. Ή θα έκοβαν κανένα αρνί ή κατσίκι, ή θα αγόραζαν κρέας από την αγορά, ούτως ώστε μαζί με τα όσα είχαν απομείνει από τα Χριστούγεννα να ήταν πλήρως προετοιμασμένοι.
Μετά την απόλυση της Εκκλησίας, οι πανηγυρισμοί ξεχυνόταν σε όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια, όπου ακολουθούσε φαγοπότι με τραγούδια και χορούς. Άλλωστε αυτή η εποχή του χειμώνα ευνοούσε πάρα πολύ ένα τέτοιο πανηγυρισμό γιατί και το απόθεμα των τροφίμων ήταν αρκετό, και οι γεωργικές εργασίες είχαν σταματήσει λόγο των καιρικών συνθηκών.
Όμως το αποκορύφωμα του Πανηγυριού αποτελούσε ο δημόσιος χορός που ξεκινούσε από τις απογευματινές ώρες στην πλατεία Νίκης, κάτω ακριβώς από τον Άη-Θανάση, όπου μαζευότανε – όπως έλεγαν οι παλαιότεροι – όλο το Σουφλί, όπου αφού χόρευαν με την συνοδεία της παραδοσιακής μουσικής.


Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου στο Σουφλί - Του Ζήση Φυλλαρίδη


Μέσα στο πλούσιο ιστορικό και πνευματικό περιβάλλον της περιοχής μας ξεχωρίζει και μία άλλη, ξεχωριστή του πλευρά που ίσως να συνδέθηκε περισσότερο από κάθε άλλη με την ιστορία αυτού του τόπου. Και ο λόγος για την πνευματική παράδοση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που πέρα από το μεγάλο πνευματικό έργο που άφησε (και αφήνει) κατά την διάρκεια των αιώνων στην περιοχή μας, έχει αφήσει και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό γνώρισμα. Και ο λόγος για τα μνημεία που συνδέθηκαν με τον λατρευτικό χαρακτήρα της μακραίωνης αυτής παράδοσης και παραμένουν ανέπαφα από τον χρόνο σε κάθε σημείο της Θράκης ως φάροι του πνευματικού αυτού φωτός και ως ενθύμια ενός λαμπρού παρελθόντος που ξεκίνησε από την περιοχή αυτή.

Στο παρόν κείμενο θα εστιάσουμε στην ιστορία και στο παρελθόν ενός από τους ποιο χαρακτηριστικούς ναούς της περιοχής μας , και συγκεκριμένα για τον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Σουφλί , προσπαθώντας έτσι αφενός να διασώσουμε τις σπάνιες ιστορικές μαρτυρίες που ευτυχώς σώζονται έως σήμερα σε ορισμένα σχεδόν ξεχασμένα έγγραφα, και αφετέρου να θυμίσουμε στους σημερινούς κατοίκους της περιοχής τον ιερό χαρακτήρα που κατέχει ένα από μνημεία της περιοχής τους.



Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου ουσιαστικά υπήρξε στο παρελθόν Μητροπολιτικός Ναός καθώς κατά την περίοδο 1925-1935 υπήρξε έδρα της Μητρόπολης. Το λαμπρό παρελθόν του συγκεκριμένου ναού άλλωστε μαρτυρούν και τα ανεκτίμητης αξίας κειμήλια που βρίσκονται στο εσωτερικό του αλλά και ο ίδιος ο ρυθμός της κατασκευής του. Οι διαστάσεις του ναού σύμφωνα με τον λαογράφο Χρήστο Παπασταματίου είναι περίπου 26 μ. μήκος και 16 μ. πλάτος, ενώ υπάρχουνε και δύο είσοδοι βρισκόμενοι η μία στην βόρεια και άλλη στην νότια πλευρά αντίστοιχα. Υπάρχει και τρίτη είσοδος επίσης, στο κέντρο του νάρθηκα που οδηγεί προς δυτικά με δίοδο κάτω από το κωδωνοστάσιο. Πάνω από τον νάρθηκα βρίσκεται ο διώροφος γυναικωνίτης, ο οποίος ως το 1935 προστατευόταν με κιγκλιδώματα κατά τέτοιο τρόπος ώστε οι γυναίκες να μην είναι ορατές από τον χώρο του κυρίως ναού. Και επειδή το συγκεκριμένο θέαμα θύμιζε αρκετά τον αντίστοιχο μουσουλμανική γυναικωνίτη καθώς και μία αναχρονιστική αντίληψη περί ηθικής, η τότε εκκλησιαστική έπειτα από προτάσεις των ενοριτών προέβη στην αφαίρεση των συγκεκριμένων κιγκλιδωμάτων που ήσαν φυσικά ξύλινα. Έτσι μετά από την συγκεκριμένη ενέργεια αναμόρφωσης του χώρου ο εσωτερικός χώρος της εκκλησίας λουζότανε με περισσότερο φως και η παρακολούθηση των Ιερών Τελετών από τις γυναίκες γινόταν αρκετά ποιο εύκολα.
Εδώ βέβαια μπορούμε να παρατηρήσουμε ένα στοιχείο που συναντάτε σε αρκετούς παλαιούς ναούς ιστορικής αξίας. Στον γυναικωνίτη οδηγούν δύο είσοδοι κατ’ ευθείαν από τον περίβολο του ναού, μία από τον βορά και μία από τον νότο – και επομένως και δύο κλίμακες. Επίσης από τον Νάρθηκα
Ο ναός έχει ρυθμό «Βασιλικής» αλλά σε αντίθεση με τις υπόλοιπες εκκλησίες του συγκεκριμένου ρυθμού τα παράθυρα του είναι αρκετά μικρά ωστόσο το φως που εισέρχεται είναι αρκετό.
Αλλά και η εσωτερική χωροθέτηση του ναού είναι εξαιρετική. Η στέγη του στηρίζεται σε 12 κίονες κυλινδρικού σχήματος με στολισμένα κιονόκρανα και επάνω τους βρίσκονται οι εικόνες των 12 Αποστώλων.
Όπως μας πληροφορεί ο γνωστός λαογράφος Χρήστος Παπασταματίου στα «Λαογραφικά του Σουφλίου» μέχρι το 1963 τα δύο πλευρικά κλίτη χωριζόταν από ένα μέσον κλίτος με ξύλινα στασίδια που ήταν στερεά αλλά κακότεχνα. Επίσης αναφέρει πως αργότερα τα συγκεκρημένα στασίδια αντικαταστάθηκαν από καινούργιες καρέκλες ούτως ώστε η παρακολούθηση των Ιερών Τελετών να είναι ευκολότερη από τους πιστούς.
Ας έρθουμε όμως να δούμε και τι είναι εκείνο που εντυπωσιάζει τον ξένο επισκέπτη που για πρώτη φορά εισέρχεται σε έναν τόσο παλαιό και ιστορικής αξίας ναό. Και αυτό δεν είναι άλλο παρά το σκαλιστό εικονοστάσι αλλά και ο άμβωνας και το Δεσποτικόν. Όλα τους είναι δουλεμένα με ιδιαίτερη τεχνοτροπία από τον φημισμένο τεχνίτη της εποχής (1840-1870) τον Στρατή Κελεδούρη από την Κεσάνη της Ανατολικής Θράκης ο οποίος είχε αναλάβει την φιλοτέχνηση αρκετών ναών της Κωνσταντινούπολης και άλλων πόλεων της Ανατολικής Θράκης. Έτσι λοιπόν ακόμη και σήμερα ισχύει κάτι για το οποίο μας μιλούσανε και οι παλιοί Σουφλιώτες. Όσοι ξένοι επισκεπτόταν από τότε τον ναό έμεναν και μένουν έκθαμβοι από την ομορφιά των ξυλόγλυπτων. Και ιδιαίτερα από τον τρόπο με τον οποίον ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης αποτυπώνει τους ιερούς συμβολισμούς της Χριστιανικής παράδοσης στο εξαίρετο τέμπλο του ναού, ενώ είναι περισσότερο από εμφανές ότι ο Εσταυρωμένος και οι συμβολικές παραστάσεις τον κέντρο του Τέμπλου είναι κάτι περισσότερο από θαύμα τέχνης!
Ερευνώντας όμως έναν τέτοιο ναό με ένα τόσο πλούσιο ιστορικό παρελθόν αλλά και με μία τόσο έντονη ιερότητα του χώρου γενάτε και ένα εύλογο ερώτημα: Πότε και με ποιόν τρόπο χτίσθηκε ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου; Αυτό είναι ερώτημα που βέβαια δεν περιμένει την απάντηση του από ιστορικά αρχεία και γραπτά κείμενα καθώς αυτά στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχουν. Η μοναδική ίσως έγκυρη μαρτυρία βρίσκεται στα «Λαογραφικά του Σουφλίου» του κ.Χρήστου Παπασταματίου ο οποίος στις σελίδες του συγκεκριμένου έργου μας περιγράφει τις μαρτυρίες ορισμένων παλαιών κατοίκων του Σουφλίου που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο γνώριζαν ορισμένα πράγματα σχετικά με την απαρχή του τόσο ιερού αυτού κτίσματος. Ανάμεσα στους αρκετούς αυτούς παλιούς κατοίκους του Σουφλίου ήσαν οι εξής: ο γέρος παπά Ζαπαρτίδης, ο φαρμακοποιός κ. Γεώργιος Μπρίκας, ο παπά Χρήστος Κορότσιος, ο Χρ. Παρθένος που ήταν αγγειοπλάστης και ο Ηλίας Χαραμπάρας πατέρας της καθηγήτριας Τότας Χαραμπάρα.
Όλοι αυτοί – σύμφωνα με τον παλιό λαογράφο του Σουφλίου – υποστήριζαν πως προτού ανεγερθεί η Εκκλησία αυτή που λειτουργεί εώς σήμερα , στη θέση της υπήρχε κάποιο μικρότερο κτίσμα που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Χριστόφορο. Ωστόσο το συμπέρασμα του λαογράφου είναι πως μάλλον το συγκεκριμένο εκκλησάκι είχε κτιστεί από τους καμπιώτες (δηλ. τους κατοίκους της κάτω πλευράς του Σουφλίου) προκειμένου να αποφύγουν την ανάβαση προς τον ναό του Αγίου Αθανασίου που βρίσκεται αρκετά ψηλότερα.
Κατά τον ίδιο συγγραφέα ο φαρμακοποιός κ. Γεώργιος Μπρίκας έλεγε πως κάποια χρόνια πριν το κτίσιμο της εκκλησίας με την σημερινή της μορφή, υπήρξε μία θρησκευτική οργάνωση, «Ο Άγιος Γεώργιος» η οποί συγκέντρωνε χρήματα από εράνους με σκοπό το κτίσιμο του ναού.
Λέει επίσης πως σύμφωνα με τις πληροφορίες ενός άλλου γέροντα, του κ Ηλία Χαραμπάρα, κατά το κτίσιμο του ναού ρίχνανε στην αυλή μαντήλια γεμάτα με χρυσές λίρες.
Επίσης λέγεται πως όταν ο τότε Μητροπολίτης Διδιμοτείχου Μελέτιος ζήτησε άδεια από τις τότε οθωμανικές αρχές με αποτέλεσμα να σταλεί κάποιος τούρκος υπαξιωματικός για να επιβλέπει την χάραξη των θεμελίων. Λέγεται μάλιστα ότι για να μη εμποδίσει την χάραξη των διαστάσεων (που καθοριζόταν από τις τότε κατοχικές αρχές) ο τούρκος υπαξιωματικός δωροδοκήθηκε για να κάνει τα στραβά μάτια και να μη εμποδίσει την όποια χωροθέτηση των διαστάσεων της εκκλησίας. Έτσι και η εκκλησία σε λίγο ορθώθηκε μεγάλη, και η εμφάνιση της ήταν κάτι περισσότερο από ωραία.
Όσον αφορά το εσωτερικό του ναού, οι τοίχοι έχουν κτιστεί με πέτρα πελεκητή και αρκετά στέρεα, ενώ η ποιότητα τους είναι άριστη και μεγάλης αντοχής. Λέγεται δε πως την πέτρα για το κτίσιμο την μετέφεραν από το χωριό Πετράδες του Διδιμοτείχου και το Πύθιο, και από τον σταθμό μέχρι την Εκκλησία την κουβαλούσαν με αμάξια.

Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες από παλαιότερες λαογραφικές έρευνες το καμπαναριό του Ιερού Ναού κτίστηκε κατά το 1910.
Βρίσκεται στο κέντρο του Δυτικού τοίχου του νάρθηκα και είναι σχεδόν εφαπτόμενο με αυτόν.
Το όλον κτίσμα στηρίζεται σε 4 κολώνες από πέτρα πελεκητή, και εξωτερικά έχει διαστάσεις 4Χ4 και ύψος 25 μ. περίπου. Αλλά πέρα από τις βάσεις ολόκληρο το κτίσμα είναι κατασκευασμένο από εκλεκτές πελεκητές πέτρες με άριστη εφαρμογή.
Οι 4 κολώνες της βάσεως έχουν πάχος 0,80 Χ 0,75 και ύψος 5 μέτρων ενώνονται με αψίδωση και στις τέσσερις πλευρές στερεές που κρατείται σχεδόν το όλο οίκημα στον αέρα.
Μέχρι το 10ο μέτρο ύψους το κτίσμα είναι τετράπλευρο. Μετά όμως συνεχίζουν άλλοι τρεις όροφοι σε σχήμα πρίσματος οκταγωνικού με ένα παράθυρο από κάθε πλευρά.
Στον 1ο όροφο του καμπαναριού βρίσκεται η μηχανή του ωρολογίου, που αποτελείται από αρκετούς επί μέρους μηχανισμούς.
Στον 2ο οκτάγωνο πλέον όροφο βρίσκονται τα 4 ωρολόγια με τους δείκτες τους που έχουν μέγεθος ενός μέτρου.
Εδώ θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρουσιάσουμε και μία άλλη μαρτυρία που μας μεταφέρει ο Χρήστος Παπασταμάτιος στις σελίδες των Λαογραφικών του Σουφλίου. Συγκεκρημένα ο παλιός Σουφλιώτης γέροντας Χρ. Παρθένος του είχε πει σε μία συζήτηση τους τα εξείς: Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από το κτίσιμο του ναού και το καμπαναριό δεν είχε κτιστεί ακόμη. Σαν τέτοιο όμως χρησιμοποιούσαν ένα πρόχειρο κατασκεύασμα από τρία όρθια ξύλα σε σχήμα τριγωνικής πυραμίδας στο νοτιο-ανατολικό άκρο του περίβολου της Εκκλησίας.
Μάλιστα ο τότε ιεροκήρυξ του ναού αρχιμανδρίτης Γερμανός, προσπαθόντας να φέρει το φιλότιμο στους τότε κατοίκους του Σουφλίου για να κτίσουν το καμπαναριό ειρωνευόμενος έλεγε: «Πως δεν ντρέπεστε αγαπητοί Σουφλιώτες; Να έχετε μία τόσο ωραία Εκκλησία και για καμπαναριό μία «καρμανιόλα»;
Έτσι το γεγονός αυτό στάθηκε και ως αίτιο της κινητοποίησης του Σωματείου «Άγιος Γεώργιος» και το αποτέλεσμα ήταν η συγκέντρωση δωρεών που τελικώς οδήγησαν στο κτίσιμο του καμπαναριού που στέκει αγέρωχο μέχρι και σήμερα για να μας θυμίζει τις παλαιότερες εκείνες εποχές.

Τέλος εδώ πρέπει να σημειωθεί και ένα από τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που συνδέθηκαν τον προηγούμενο αιώνα με την μεγαλοπρεπή αυτή Εκκλησία . Όταν οι Βούλγαροι κατέλαβαν το 1914 την Θράκη και μπήκαν στο Σουφλί , μαζί με τις υπόλοιπες Εκκλησίες πήραν και αυτήν του Αγίου Γεωργίου.
Διακατεχόμενοι λοιπόν από την εθνικιστική μανία της αλλαγής των Ελληνικών επιγραφών με βουλγαρικά γράμματα της σλαβικής, θέλησαν να γράψουν βουλγάρικα και στην εικόνα του «Παντοκράτορα» της Εκκλησίας αυτής. Όταν όμως ο βούλγαρος ζωγράφος ανέβηκε στην σκαλωσιά για να αλλάξει τα γράμματα ως από θαύματος η σκαλωσιά τσακίστηκε και ο βούλγαρος βρέθηκε κάτω με σπασμένα χέρια και πόδια με αποτέλεσμα να τον μεταφέρουν στην Σόφια για να τον γιατρέψουν!

Η Μεταξένια Πολιτεία: Το Σουφλί ως διαχρονικό κέντρο της παράδοσης του μεταξιού - του Ζήση Φυλλαρίδη



«Όπως είναι φυσικό οι ιδιότητες στα φυτά να κληρονομούνται για πολύ καιρό και όλα ίσως τα φυτά να μοιάζουν με εκείνα απ'τα οποία βλάστησαν, έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Είναι εύλογο, τα ήθη των απογόνων να είναι παραπλήσια με εκείνα των προγόνων.»

Ιουλιανός, Αντιοχεικός ή Μισοπώγων


Τα Βαλκάνια, και ιδιαίτερα η περιοχή της Θράκης, αποτελούσαν από τα χρόνια της αρχαιότητας ακόμη μία από τις ποιό σημαντικές ιστορικά περιοχές της Ευρώπης. Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση στους ιστορικούς είναι και οι ξεχωριστές πολιτισμικές παραδόσεις που παρουσιάζουν η καθεμιά από τις περιοχές των Βαλκανίων ξεχωριστά. Η Θράκη όμως πέρα από το πλεονέκτημα να αποτελεί μία περιοχή που βρίσκεται στην ιδιαίτερη αυτή στρατηγικής σημασίας γεωγραφική θέση των Βαλκανίων, παρουσιάζει άλλο ένα, ακόμη μεγαλύτερο πλεονέκτημα, που αυτό ίσως να στάθηκε και ως κύρια αιτία του γεγονότος ότι παρουσίασε μέσω των αιώνων μία ξεχωριστή πολιτιστική κληρονομιά. Και το πλεονέκτημα αυτό δεν είναι άλλο από το ότι αποτελεί "γέφυρα" μεταξύ των δύο μεγάλων ηπείρων, της Ευρώπης και της Ασίας, σημείο ένωσης των δύο μεγάλων και διαφορετικών πολιτισμών, του δυτικού και του ανατολίτικου, γεγονός που την έκανε να μην χάσει την ευκαιρία να αποτελέσει σημείο αναφοράς για όλους τους δρόμους που πέρασαν μέσα από αυτήν μέσα στους αιώνες, παίρνοντας έτσι στοιχεία που συντέλεσαν στην δημιουργία ενός μεγάλου μέρους της ξεχωριστής της παράδοσης. Στην παρούσα έρευνα ως κύριο σημείο ενασχόλησης μας θα αποτελέσει ένας από τους δρόμους αυτούς που πέρασαν μέσα από την Θράκη, με έναν από τους δρόμους που μέχρι και σήμερα της προσδίδουν ένα ξεχωριστό πρόσωπο. Και ο λόγος για τον δρόμο του μεταξιού , που έμεινε στην ιστορία του παρελθόντος ως ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά χαρακτηριστικά της περιοχής μας. Αυτός άλλωστε είναι και ο δρόμος που κορύφωσε και έδωσε μία ξεχωριστή λάμψη στην μακρόχρονη πορεία της Θρακικής πολιτισμικής κληρονομιάς, που ανέβασε την περιοχή μας στα ικανοποιητικά επίπεδα του παγκοσμίου πολιτιστικού γίγνεσθαι. Ωστόσο οι αιώνες που έχουμε διανύσει από τις χρυσές εποχές της ανάπτυξης του μεταξιού αλλά και οι δεκαετίες που πέρασαν από την εποχή της οικονομικής άνθησης λόγο του τομέα αυτού, μας κάνουν να σκεφτούμε πως η μακραίωνη αυτή Ελληνική παράδοση του μεταξιού απαιτεί την δικαίωση της. Άλλωστε στην εποχή λεγόμενης ελεύθερης παγκοσμιοποιημένης αγοράς, της αμφισβήτησης των πολιτιστικών παρακαταθηκών, και της επίδοξης προσπάθειας για την αλλαγή και την διαγραφή της πραγματικής ιστορίας , είναι αναγκαία η προσπάθεια εκ μέρους μας για την διάσωση ενός σημαντικού μέρους του πολιτισμού μας, σκοπός που βέβαια θα επιτευχθεί μονάχα με την διάσωση και την διάδοση της πραγματικής ιστορικής μας μνήμης. Συνεπώς, έπειτα από την μακρόχρονη και επίμονη έρευνα μας, και με την βοήθεια ορισμένων ειδικών που εδώ και καιρό ασχολούνται με την ιδιαίτερη αυτή παράδοση του μεταξιού, αλλά και με την συμβολή ανθρώπων που έχουν αφιερώσει αρκετά χρόνια στην ενασχόληση με αυτόν τον τομέα, παρουσιάζουμε τα στοιχεία που προέκυψαν από αυτή την αναζήτηση με σκοπό αφενός να επαναφέρουν στο μυαλό μας τις πολύτιμες εκείνες εικόνες του παρελθόντος και αφετέρου να αποτελέσουν έναυσμα για μία μεγαλύτερη συμβολή των τοπικών αρχών στην ανάπτυξη του τομέα αυτού.

Παρουσίαση λευκώματος "Μνήμες Σουφλίου" - Σύλλογος Φίλων Μετάξης "Η Χρυσαλλίδα"

Η εκδήλωση παρουσίασης του λευκώματος "Μνήμες Σουφλίου" που διοργάνωση ο Σύλλογος Φίλων της Μετάξης η Χρυσαλλίδα, σε συνεργασία με την Νομαρχία Έβρου στον χώρο εκδηλώσεων του ΚΑΠΗ Δήμου Σουφλίου (4-10-2009)