Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Η ζωή & το έργο του Νεόφυτου Παπαναστασίου - του Ζήση Φυλλαρίδη




Η ζωή και το έργο κάποιων ανθρώπων φέρουν τόσο μεγάλο ιστορικό βάθος, που ακόμη και να προσπαθήσουμε να τους ξεχάσουμε, αυτοί θα επιστρέψουν και πάλι στην επιφάνεια της ιστορικής πραγματικότητας. Σε έναν τέτοιο άνθρωπο θα αναφερθούμε στο παρόν μας άρθρο προσπαθώντας έτσι να φέρουμε στην επιφάνεια μία από τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας του Σουφλίου και της Θράκης γενικότερα. Ο λόγος για τον Νεόφυτο Παπαναστασίου, μιας πολύπλευρης αλλά αμφιλεγόμενης για τα πρότυπα της εποχής προσωπικότητας, που κατάφερε από γόνος μίας πάμφτωχης οικογένειας να διαδώσει τα φώτα του από την Αδριανούπολη της Οθωμανικής περιόδου, μέχρι την μεσοπολεμική Αθήνα, κι από το ακριτικό Σουφλί μέχρι και την μακρινή Γερμανία. Από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής του ο Νεόφυτος Παπαναστασίου ασχολήθηκε με πολλούς τομείς, και σε όλους έκανε μεγάλα βήματα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που αργότερα του δόθηκε ο τίτλος «πρωτοπόρος της τοπικής αυτοδιοίκησης». Έχοντας αντιληφθεί την πολύπλευρη του προσωπικότητα, όσο και την ηθική του υπόσταση, καθώς και το βάθος του πνεύματος που φάνηκε σε δύσκολες για την Ελλάδα στιγμές, συμπεραίνουμε το εξής. Ο Νεόφυτος Παπαναστασίου ως πολιτικό και κοινωνικό παράδειγμα είναι αναγκαίος και επίκαιρος.
Ο Νεόφυτος ήρθε στη ζωή μέσα από μία φτωχή αλλά βαθειά θρησκευόμενη οικογένεια, το 1882 στο Σουφλί. Ήταν απόφοιτος του περίφημου για την εποχή Γυμνασίου Αδριανουπόλεως, όπου έλαβε το πτυχίο του δασκάλου, ενώ στη συνέχεια δίδαξε σε σχολεία της Ανατολικής Θράκης. Όμως η ανησυχία του πνεύματος του δεν θα του επέτρεπε να συνεχίσει για πολύ αυτήν την τυπική για τα πρότυπα του δραστηριότητα. Ακολούθησε μία περεταίρω ακαδημαϊκή πορεία, την οποία ξεκίνησε   με τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή Αθηνών όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ. Στη συνέχεια μετέβη με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου όπου και εκεί ολοκλήρωσε τις σπουδές του με επιτυχία.
Το 1912 επιστρέφει στην Ελλάδα όπου διδάσκει σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης. Υπηρετεί εθελοντικά ως στρατιωτικός ιεροκήρυκας στους Βαλκανικούς Πολέμους, όπου αγωνίζεται στην πρώτη γραμμή. Για τις υπηρεσίες του αυτές, του απονέμονται από τον ίδιο τον Βασιλιά Κωνσταντίνο 12 μετάλλια και ο Αργυρός Σταυρός των Ιπποτών. Μετά την λήξη του πολέμου ασχολείται για λίγο καιρό με το εκπαιδευτικό του έργο. Διδάσκει σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης στην Αθήνα και διευθύνει την κοινωνική πρόνοια της εκκλησίας. Το 1920 έχοντας αντιληφθεί τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής, ιδρύει το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης όπου περιθάλπει τα ορφανά που είχαν αφήσει πίσω τους οι πόλεμοι, και μεριμνά ο ίδιος καθημερινά για την εύρεση πόρων. Ο ίδιος οδηγούσε το μικρό αυτοκίνητο με το οποίο κουβαλούσε τα απαραίτητα τρόφιμα για το Ορφανοτροφείο. Ίσως και να ήταν ο πρώτος ιερέας οδηγός αυτοκινήτου. Γι αυτό και η εφημερίδα της Αθήνας «Πολιτεία» της 15ης  Ιανουαρίου του 1921 του αφιερώνει ειδικό άρθρο με αρκετά κολακευτικά σχόλια.

Μετά το πέρας των πολέμων, και όταν πλέον άρχισε να ομαλοποιείται η κατάσταση στην Ελλάδα, ο Νεόφυτος Παπαναστασίου μεταβαίνει ως ιερέας απεσταλμένος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και πάλι στη Γερμανία συνεχίζοντας την κοινωνική και ακαδημαϊκή του δραστηριότητα. Έτσι, στο διάστημα μεταξύ του 1922 και 1927 σπουδάζει Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας, ενώ ταυτόχρονα οργανώνει εκεί την Ελληνική Κοινότητα και ιδρύει Εκκλησία και Σχολεία. Επιθυμώντας όμως να δημιουργήσει οικογένεια και να εισέλθει στην ενεργό κοινωνική ζωή, το 1927 αποβάλει το ιερατικό του αξίωμα και επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου το 1930 στην Αθήνα επιτυγχάνει  την τυπική καθαίρεση του και την έκδοση άδειας γάμου από τη Μητρόπολη Αθηνών και την τέλεση εκεί του Μυστηρίου.
Έτσι επιστρέφει στο Σουφλί όπου ζει και εργάζεται ως αγρότης. Το 1929 μετά από παροτρύνσεις φίλων και συμπολιτών του συμμετέχει ως υποψήφιος στις Δημοτικές Εκλογές, κι έχοντας συγκεντρώσει το 70% των ψήφων εκλέγεται Δήμαρχος Σουφλίου. Η τετραετία του Νεόφυτου Παπαναστασίου θα σημάδευε την τύχη του Σουφλίου και της γύρω περιοχής για αρκετά χρόνια, καθώς το έργο που κατάφερε να φέρει εις πέρας σε λίγα μόλις χρόνια, κατάφερε να μετατρέψει το ταραγμένο από τους πολέμους Σουφλί, σε ένα αξιόλογο αστικό κέντρο. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ακόμη και σήμερα αποκαλείται ως «Χρυσή Εποχή του Σουφλίου». Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αναφερθούμε στην αφήγηση του ίδιου του Νεόφυτου Παπαναστασίου στον δημοσιογράφο της Αθηναϊκής εφημερίδας «Πρωΐα» σχετικά με την εκλογή του: «Ηκολούθησα ιδικόν μου σύστημα  κατά την εκλογήν, πρώτυπον δια την Ελλάδα. Δεν επήγα να ζητήσω ψήφον από κανέναν, δεν προσέφερα ούτε τσιγάρο. Εζήτησα μόνον να μου δώσουν 12 συνεργάτας με τα εξής προσόντα: να είναι τίμιοι, να μην έχουν δοσοληψίας με την Δικαιοσύνην και να είναι ζωντανοί».
Μέσα σε 4 χρόνια ιδρύει Δημοτικό Ιατρείο, Οικοκυρική Σχολή, δίκτυο ύδρευσης στην πόλη, αποστραγγιστικό δίκτυο στην πεδιάδα του Έβρου, Δημοτικά Σφαγεία, ενώ επαναλειτουργεί το παμπάλαιο Οθωμανικό Χαμάμ και το μετονομάζει σε Δημοτικά Λουτρά. Τα λουτρά υποδεχόταν το κοινό δωρεάν κατά τα Σαββατοκύριακα, ενώ τις καθημερινές ο καθένας μπορούσε να τα επισκεφτεί με χαμηλό για την εποχή κόστος .Σύμφωνα με αρκετούς στον Νεόφυτο Παπαναστασίου οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό και η διάσωση της παραδοσιακής επεξεργασίας του μεταξιού, καθώς και η κατασκευή των λαϊκών εργόχειρων του Σουφλίου, καθώς στην Οικοκυρική Σχολή που ίδρυσε, κατάφερε να διασώσει τον παραδοσιακό τρόπο δημιουργίας του μεταξιού.
Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου και λίγο πριν την εισβολή των Γερμανών συνελήφθη από τις τότε αρχές κρατικής ασφαλείας επειδή κρίθηκε γερμανόφιλος κι εξορίστηκε στο χωριό Βάγια Θηβών. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής ο Νεόφυτος Παπαναστασίου επιστρέφει στο Σουφλί όπου οι Γερμανικές αρχές του πρότειναν να αναλάβει δήμαρχος στο Σουφλί. Δεν δέχτηκε. Όπως επίσης δεν δέχτηκε την οποιαδήποτε συνεργασία μαζί τους. Σύμφωνα με μαρτυρίες παλιών Σουφλιωτών, το 1943 ήρθε στο Διδυμότειχο ο Γερμανός αρχιστράτηγος Νοτιοανατολικής Ευρώπης και κάλεσε τον Νεόφυτο για να τον γνωρίσει. Οδηγήθηκε λοιπόν τότε μαζί με την Γερμανίδα σύζυγο του ενώπιων του σε μία μεγάλη συγκέντρωση Γερμανών αξιωματικών του Έβρου. Εκεί, αφού ο Γερμανός αρχιστράτηγος εκθείασε το εν Γερμανία πανεπιστημιακό του έργο, τον ρώτησε για αισθήματα του Ελληνικού λαού έναντι των Γερμανών. Η απάντηση του Νεόφυτου ήταν: «Ο Ελληνικός λαός σε ποσοστό 90% συμπαθούσε τους Γερμανούς μέχρι τη στιγμή που κηρύξατε τον πόλεμο και δώσατε τη Θράκη και τη Μακεδονία στους Βούλγαρους. Από τότε είναι εναντίον σας».
Όσον αφορά το πολιτικό του έργο καθιέρωσε τον θεσμό των Λαϊκών Συνελεύσεων με τη δημιουργία ενός Δημοσίου Βήματος της Πνύκας (η οποία είναι η μοναδική στην Ελλάδα μετά την Πνύκα των Αθηνών) που μέχρι και σήμερα φέρει την επιγραφή «Πνυξ Σουφλίου – Τις αγορεύειν βούλεται;». Το 1930 εκπροσωπεί την Ελλάδα στο Παγκόσμιο Υγειονομικό Συνέδριο Δημάρχων στην Πράγα, ενώ την ίδια χρονιά καταφέρνει να διοργανώσει στο Σουφλί το 29ο Συνέδριο της Ειρήνης, το οποίο υποδέχτηκε εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από ολόκληρη την Ευρώπη. Την περίοδο 1932-1970 αποσύρεται από τη Δημόσια ζωή και ζει ως αγρότης και κτηνοτρόφος στο Σουφλί και μετά στην Αλεξανδρούπολη παραδίδοντας συνάμα και μαθήματα ξένων γλωσσών. Επίσης, διδάσκει και Γερμανικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Αλεξανδρουπόλεως. Στις 31/12/1970 ήρεμο και απλό τον βρίσκει ο θάνατος στην Αλεξανδρούπολη. 

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Το Σουφλί και η παραγωγή του (1900-1913) – Μία αναφορά της Βουλγαρικής εμπορικής επιθεώρησης «Ταργκόφσκι Φαρ» στα μέσα του 1914


Όπως είναι γνωστό το Σουφλί αποτελούσε ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα ένα από τα μεγαλύτερα αστικά και εμπορικά κέντρα της περιοχής. Αυτό φαίνεται άλλωστε και από το εκτόπισμα της εμπορικής και οικονομικής δυναμικής που διέθετε στις εποχές εκείνες, γεγονός που μας το επιβεβαιώνουν και τα όσα οικονομικά στοιχεία της εποχής έχουν φτάσει σήμερα στα χέρια μας.
Στην γραμμή αυτή κινείται και ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά έντυπα των αρχών του 20ου αιώνα στην Βαλκανική, το Βουλγαρικό εμπορικό περιοδικό «Ταργκόφσκι Φαρ» (Търговски фар) που ουσιαστικά σημαίνει «Ο φάρος του εμπορίου». Το εν λόγω περιοδικό είχε ως κύριο θέμα ενασχόλησης την προβολή των σημαντικότερων τόπων της Βαλκανικής που παρουσίαζαν εμπορικό και επενδυτικό ενδιαφέρον, και αποτελούσαν σημεία αναφοράς της αγοραστικής κίνησης της εποχής.
Στο κείμενο που φιλοξενεί η έκδοση και φέρει τον τίτλο «Το Σουφλί και η παραγωγή του» γίνεται λόγος για τους δύο μεγαλύτερους εμπορικούς τομείς του Σουφλίου, την μεταξουργία και την αμπελουργία. Βέβαια, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το συγκεκριμένο κείμενο αναφέρεται στην εμπορική κατάσταση που επικρατούσε στο Σουφλί μέχρι τα τέλη του 1913, καθώς η σύνταξη του κειμένου έγινε ένα χρόνο αργότερα όταν το Σουφλί είχε περιέλθει υπό βουλγαρική κατοχή.
Αν και έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από την διακοπή της κυκλοφορίας του «Ταργκόφσκι Φαρ», και σαν έντυπο δεσπόζει μονάχα σε βιβλιοθήκες συλλεκτών και σε δημοσιογραφικά αρχεία, ωστόσο καταφέραμε να εντοπίσουμε ορισμένα τεύχη που σχετιζόταν με αφιερώματα στο Σουφλί και στην παραγωγή του μεταξιού. Πρόκειται για τα τεύχη 540 και 570 στα οποία γίνεται λόγος μεταξύ άλλων και για την πόλη του Σουφλίου καθώς και για την εμπορική δύναμη της πόλεως μέσω της παραγωγής και της πώλησης του μεταξιού.
Έχοντας λάβει σοβαρά υπόψη μας το γεγονός ότι όλες οι αναφορές, από όπου και αν αυτές προέρχονται, όταν επιβεβαιώνουν την μακραίωνη παράδοση των τοπικών πολιτιστικών θησαυρών της περιοχής μας, είναι χρέος μας να τις φέρνουμε ξανά στο φως, να τις διασώζουμε και να τις διαδίδουμε. Με αυτόν τον τρόπο άλλωστε θα μπορέσουμε να κρατήσουμε «εν ζωή» την δυναμική που κατέχουμε ως τοπικές κοινωνίες που λέγεται «πολιτισμός» και «τοπικότητα».
Έτσι, παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στην Ελληνική της μετάφραση μία σπάνια αναφορά που μας επιβεβαιώνει για πολλοστή φορά το βάθος της παράδοσης που έχει το Σουφλί στο μετάξι και την αμπελουργία.
«Από τις περιοχές του Έβρου που περιήλθαν στην βουλγαρική κυριαρχία, την μεγαλύτερη οικονομική σημασία έχει το Σουφλί. Τόσο στην πόλη του Σουφλίου όσο και στην επαρχία του η κυριότερη επαγγελματική ενασχόληση μέχρι το 1912 ήταν το κοίταγμα των κουκουλιών. Σ’ αυτή την περιοχή της Θράκης η παραγωγή κουκουλιών έφτανε μέχρι το 1 εκατομμύριο κιλά ανά χρονιά ενώ η τιμή του κυμαινόταν στα 3 με 4 λέβα.
Την μεγαλύτερη παραγωγή κατείχε η ίδια η πόλη του Σουφλίου με 250 000 κιλά. Το χωριό Καράμπουναρ είχε 30 000 κιλά, η Κυριακή 25 000 κιλά, και το Μικρό Δέρειο 20 000 κιλά. Κάθε οικογένεια στο Σουφλί κοίταζε περί τα 400-500 κιλά, και στις καλύτερες περιπτώσεις έφταναν περί τα 1500 με 2000 κιλά ανά οικογένεια».
«Όταν ξεκινάει η περίοδος της εκτροφής των κουκουλιών όλη η πόλη (του Σουφλίου) είναι στο πόδι. Τότε όλες οι άλλες ασχολίες ξεχνιούνται και όλοι, από το μικρότερο παιδί μέχρι και τον γηραιότερο, είναι απασχολημένοι με το κοίταγμα των κουκουλιών. Η εμπειρία των ντόπιων κατοίκων αλλά και το ενδιαφέρον των ξένων εμπόρων έχουν βοηθήσει τις μεθόδους της τοπικής μεταξουργίας να τελειοποιηθούν στον πλέον σύγχρονο και άριστο βαθμό, ούτως ώστε να παράγεται πρώτης ποιότητας μετάξι. Και στην πραγματικότητα τα κουκούλια του Σουφλίου είναι 20% ακριβότερα από αυτά της Βουλγαρίας. Εδώ ακόμη και τα μεγάλα σπίτια είναι κατά τέτοιο τρόπο διαμορφωμένα ούτως ώστε να παραμένουν μονάχα 1-2 αίθουσες ως οικιακός χώρος, ενώ όλοι οι υπόλοιποι χώροι αποτελούν σαλόνια που χρησιμοποιούνται για το κοίταγμα των κουκουλιών. Το κάθε κτήριο που υπάρχει στο Σουφλί δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας χώρος κοιτάγματος κουκουλιών. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι σ’ αυτή την πόλη του Έβρου παρήγαγαν το μεγαλύτερο μέρος των κουκουλιών σ’ ολόκληρο το Βιλαέτι της Αδριανούπολης. Εδώ ερχόταν για να βρούνε τα αγαθά τους άνθρωποι από όλη σχεδόν τη Θράκη. Οι έμποροι των κουκουλιών κάνανε τις συναλλαγές τους με πιστωτικά ιδρύματα όπως οι Banque Ottomane, Banque de Salonique, Deutsche Oriente Banque, και άλλα.
Στην πόλη του Σουφλίου λειτουργούσαν τρία εργοστάσια για την επεξεργασία του μεταξιού, από τα οποία το ένα είχε 70 λεκάνες ενώ τα άλλα είχαν από 40 αντίστοιχα.
Η δεύτερη κύρια ενασχόληση των κατοίκων της περιφέρειας του Σουφλίου ήταν η αμπελουργία. Άλλωστε ο κόσμος απασχολούνταν με το κοίταγμα των κουκουλιών από τα τέλη Απριλίου μέχρι τις αρχές Ιουνίου, κι έτσι όλο το υπόλοιπο διάστημα του καλοκαιριού και του φθινοπώρου απασχολούνταν με τις εργασίες της αμπέλου. Από τα 20 000 τελάρα σταφυλιών στην περιφέρεια Σουφλίου, το ίδιο το Σουφλί παρήγαγε 10 000 τελάρα.
Ωστόσο ο Βαλκανικός Πόλεμος αλλά και οι σκληρές του επιπτώσεις στους πληθυσμούς της Θράκης είχε μοιραίο αντίκτυπο στους δύο αυτούς τομείς.
Ο Ελληνικός πληθυσμός, όπως αναφέραμε και σε άλλο κείμενο, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Σουφλί.
Μέχρι το τέλος του 1914 εγκαταστάθηκαν στο Σουφλί και στην περιφέρεια του 2 268 οικογένειες – πρόσφυγες (Βούλγαροι) περίπου 10 000 στο σύνολο τους. Από αυτούς 1 706 οικογένειες ήλθαν από την Ανατολική Θράκη, 299 από την Μακεδονία, 64 από την Μικρά Ασία, και 199 οικογένειες από τα ορεινά χωριά. Αυτός ο νέος πληθυσμός που συγκεντρώθηκε εδώ μετά τα γεγονότα από διάφορα μέρη της Βαλκανικής, δεν κατείχε ούτε την εκπαίδευση, ούτε την εξειδίκευση για να συνεχίσει ατόφιες τις παραδόσεις της αμπελουργίας όπως και την επεξεργασία του μεταξοσκώληκα. Δεν είναι άλλωστε περίεργο που υπό αυτές τις συνθήκες κατά την χρονιά του 1914 στην περιοχή του Σουφλίου παρήχθησαν μόνο 350 000 κιλά κουκουλιών, γεγονός που σημαίνει ότι η παραγωγή έπεσε κατά τα 2/3».

ΠΗΓΕΣ
- Търговски фар, бр. 540, 13 април 1914. Стр. Икономов, Нова България в икономическо отношение
- Търговски фар, бр. 570, 17 юни 1914. От нова България. Гр. Софлу.
- Търговски фар, бр. 570, 17 юни 1914. От нова България. Гр. Софлу и поминъкът му.


*Μετάφραση – Σχόλια: Ζήσης Φυλλαρίδης

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

ΤΟ ΣΟΥΦΛΙ ΩΣ ΔΑΣΚΑΛΟΧΩΡΙ (1860-1960): Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΦΛΙΟΥ - του Ζήση Φυλλαρίδη


«Ο πόλεμος παρασέρνει τα πάντα σαν χείμαρρος, τα σκορπάει εδώ κι εκεί. Μόνο την παιδεία δεν μπορεί να αποσπάσει και να την πάρει μαζί του»
Πλούταρχος, Περί Παίδων Αγωγής


Το Σουφλί εκτός από τον τίτλο της «πόλης του μεταξιού» φέρει και έναν άλλο εξίσου σημαντικό τίτλο, ο οποίος συνδέεται εδώ και χρόνια με την ιστορία αυτού του τόπου. Είναι ο τίτλος «Δασκαλοχώρι» όπως συνήθιζαν να λένε οι παλαιότεροι, ένας τίτλος που όπως προκύπτει μέσα από το πέρας όλων αυτών τω χρόνων, κάθε άλλο παρά τυχαία δόθηκε στο Σουφλί. Άλλωστε όπως γνωρίζουμε η προσφορά των παλαιών δασκάλων και εκπαιδευτικών του Σουφλίου ήτανε κάτι περισσότερο από μεγάλη, καθώς η ζωή τους, εκτός από την φιλεκπαιδευτική τους δραστηριότητα συνδέθηκε και με ένα βαθύ πολιτιστικό έργο. Ένα έργο που αν και πραγματοποιήθηκε κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου και στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ωστόσο το αντίκτυπο του στο σημερινό πολιτιστικό γίγνεσθαι είναι κάτι περισσότερο από εμφανές. Αν και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνταν εκείνη την περίοδο στερούνταν τις σύγχρονες μεθόδους της παιδαγωγικής, και αντιθέτως χαρακτηριζόταν από μία ιδιαίτερη αυστηρότητα προς τους μαθητές, ωστόσο οι διδάσκαλοι αυτοί στάθηκαν στο σύνολο τους αντάξιοι της ιστορικής στιγμής που ζούσε τότε η Ελλάδα. Και αυτό διότι με την ένθερμη διδασκαλία τους αλλά και την προσήλωση τους στα ηθικά διδάγματα του Ελληνισμού διατήρησαν στα δύσκολα εκείνα χρόνια υψηλό το εθνικό φρόνημα των παιδιών της χώρας, και συνάμα έβαλαν τις βάσεις για ένα συμπαγή μορφωτικό και πνευματικό υπόστρωμα που αποτέλεσε την αρχή της πνευματικής άνθησης στην πόλη του Σουφλίου τα επόμενα χρόνια.
Έχοντας λάβει υπόψη το ιδιαίτερο βάρος που θα είχε η έρευνα και παρουσίαση των όποιων ιστορικών στοιχείων γύρω από το θέμα της ιστορίας της εκπαίδευσης στην πόλη του Σουφλίου, αλλά και το έργο των ξακουστών διδασκάλων του 19ου αιώνα που άφησαν τα ανεξίτηλα σημάδια τους στην πολιτιστική ζωή και συνεπώς στην ιστορία αυτού του τόπου, και με οδηγό το αξιόλογο έργο «Ιστορία των Σχολείων της Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Διδυμοτείχου και Σουφλίου», αλλά και τα όσα στοιχεία καταφέραμε να συλλέξουμε από τους εν ζωή παλαιούς Σουφλιώτες, παρουσιάζουμε με λίγες λέξεις τα όσα στοιχεία έχουνε διασωθεί μέχρι σήμερα για ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της ιστορίας του τόπου μας. Για την εκπαιδευτική ιστορία της πόλης του Σουφλίου. Μία πόλη που αν και άφησε πολλά χρόνια πίσω την χρυσή εποχή της καθολικής ανάπτυξης της, αλλά που ωστόσο θα έχει πάντα κάτι να μας διδάξει……

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Σουφλί, ένα νοσταλγικό «δασκαλοχώρι» - Εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν ο Δήμος Σουφλίου, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης-Έβρου και το περιοδικό «Βορέας»


«Η εκπαιδευτική παράδοση του Σουφλίου» ήταν το θέμα εκδήλωσης που συνδιοργάνωσαν ο Δήμος Σουφλίου, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης-Έβρου και το περιοδικό «Βορέας», για να τιμήσουν μια ιδιαίτερη παράδοση της μεταξένιας πολιτείας που είναι επίσης ένα ονομαστό «δασκαλοχώρι». Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε μετά το σχετικό αφιέρωμα του «Βορέα», το οποίο έγινε στη μνήμη δυο σημαντικών παραγόντων της εκπαιδευτικής παράδοσης του Σουφλίου της δασκάλας Σταμάτας Τόλκα, η οποία πέθανε πριν 60 χρόνια, το 1950, και του Λεωνίδα Τερζούδη, ο οποίος γεννήθηκε πριν 100 χρόνια, το 1910.


Το Σουφλί ως Δασκαλοχώρι (1860-1960): Η εκπαιδευτική ιστορία του Σουφλίου

«Ο πόλεμος παρασέρνει τα πάντα σαν χείμαρρος, τα σκορπάει εδώ κι εκεί. Μόνο την παιδεία δεν μπορεί να αποσπάσει και να την πάρει μαζί του» Πλούταρχος, Περί Παίδων Αγωγής

Το Σουφλί εκτός από τον τίτλο της «πόλης του μεταξιού» φέρει και έναν άλλο εξίσου σημαντικό τίτλο, ο οποίος συνδέεται εδώ και χρόνια με την ιστορία αυτού του τόπου. Είναι ο τίτλος «Δασκαλοχώρι» όπως συνήθιζαν να λένε οι παλαιότεροι, ένας τίτλος που όπως προκύπτει μέσα από το πέρας όλων αυτών τω χρόνων, κάθε άλλο παρά τυχαία δόθηκε στο Σουφλί. Άλλωστε όπως γνωρίζουμε η προσφορά των παλαιών δασκάλων και εκπαιδευτικών του Σουφλίου ήτανε κάτι περισσότερο από μεγάλη, καθώς η ζωή τους, εκτός από την φιλεκπαιδευτική τους δραστηριότητα συνδέθηκε και με ένα βαθύ πολιτιστικό έργο. Ένα έργο που αν και πραγματοποιήθηκε κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου και στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ωστόσο το αντίκτυπο του στο σημερινό πολιτιστικό γίγνεσθαι είναι κάτι περισσότερο από εμφανές. Αν και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνταν εκείνη την περίοδο στερούνταν τις σύγχρονες μεθόδους της παιδαγωγικής, και αντιθέτως χαρακτηριζόταν από μία ιδιαίτερη αυστηρότητα προς τους μαθητές, ωστόσο οι διδάσκαλοι αυτοί στάθηκαν στο σύνολο τους αντάξιοι της ιστορικής στιγμής που ζούσε τότε η Ελλάδα. Και αυτό διότι με την ένθερμη διδασκαλία τους αλλά και την προσήλωσή τους στα ηθικά διδάγματα του Ελληνισμού διατήρησαν στα δύσκολα εκείνα χρόνια υψηλό το εθνικό φρόνημα των παιδιών της χώρας, και συνάμα έβαλαν τις βάσεις για ένα συμπαγή μορφωτικό και πνευματικό υπόστρωμα που αποτέλεσε την αρχή της πνευματικής άνθησης στην πόλη του Σουφλίου τα επόμενα χρόνια.

Ζήσης Φυλλαρίδης, Ερευνητής 


Το Σουφλί - του Ζήση Φυλλαρίδη


Πλάι στα θολά νερά του Έβρου, ένα χιλιόμετρο περίπου από αυτά, είναι κτισμένη η πόλη του Σουφλίου, που τα πόδια της πατάνε στις πλαγιές της κατάφυτης από μουριές πεδιάδας και η κορυφή της φτάνει ως τις ρίζες της οροσειράς της Ροδόπης. Σαν γνήσια θυγατέρα του Ορφέα, είναι γεμάτη ομορφιά και κάλλη έχοντας πλούσια παράδοση, το τραγούδι και το χορό. Τα σπίτια του μοιάζουν σαν να έχουνε να σου διηγηθούν κάτι από μια άλλη, παλαιότερη, αλλά μαγευτική εποχή, μια εποχή που έφυγε αλλά μας άφησε αρκετά σημάδια. Το ίδιο και τα γέρικα δένδρα στις αυλές των σπιτιών, αλλά και στην εξοχή που απλώνεται πέρα από τα σπίτια. Και τι δεν θα είχαν άραγε να διηγηθούν αυτά τα γέρικα δένδρα αν μπορούσαν να μιλήσουν;
Το Σουφλί βρίσκεται απλωμένο στην ανατολική πλαγιά του χαμηλού λόφου με θέα προς τον απέραντο θρακικό κάμπο που διασχίζει ο ποταμός Έβρος. Παρά το γεγονός ότι το Σουφλί αποτελεί από μόνο του μία κατεξοχήν ιστορική πόλη, ερευνώντας περισσότερο την επί μέρους ιστορία του συμπεραίνουμε πως ακόμη και η κάθε γειτονιά του ξεχωριστά έχει την δικιά της ιστορία.
Η πρώτη επίσημη ιστορική αναφορά για το Σουφλί βρίσκεται στα κείμενα του τούρκου περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οποίος διασχίζοντας την περιοχή κατά το έτος 1667 αναφέρει μεταξύ άλλων χωριών και την ύπαρξη του Σουφλίου:
«Προχωρώντας προς τον Νότο, και μετά από 5 ώρες ταξίδι περάσαμε από τα χωριά Καραμπεγκλή, Χησαρτζήκ, Σαλτήκ, Μάνδρα, Σοφουλού και Καραπουνάρ, τα οποία κατοικούν μουσουλμάνοι και χριστιανοί ελεύθεροι φόρου ως κεφαλοχώρια».
Έτσι λοιπόν το γεγονός ότι αναφέρεται ως Κεφαλοχώρι το Σουφλί κατά τα μέσα του 17ου αιώνα μας κάνει να συμπεράνουμε πως πρέπει να αποτελούσε ένα από τα κυριότερα για την εποχή αστικά κέντρα στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Κουρτίδη το γεγονός ότι αναφέρεται στην περίοδο αυτή ως «Σοφουλού» σχετίζεται με την ύπαρξη κάποιου μουσουλμανικού μοναστηριού στην περιοχή, καθώς στην τουρκική «Σοφού» σημαίνει κατά κάποιο τρόπο «Ασκητής» και «Σοφός», ενώ είναι αρκετοί και εκείνοι που συνδέουνε το όνομα του με κάποιο ασκητήριο του μοναστικού τάγματος των Σούφι.
Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή που επικρατεί το Σουφλί πήρε το όνομα του από το Σούλι από όπου –σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση- φεύγοντας ένας μέρος των κατοίκων λόγω των διωγμών του Αλή Πασά, ήρθε και εγκαταστάθηκε στο σημερινό Σουφλί, στο οποίο και έδωσε αυτό το όνομα προς ανάμνηση της παλιάς πατρίδας, δηλαδή του Σουλίου.
Υπάρχει όμως και μία άλλη εκδοχή που θέλει το Σουφλί να συνδέει τις απαρχές του με κάποιον βυζαντινό γαιοκτήμονα που εγκαταστάθηκε στην περιοχή, τον Σουφλή, εκδοχή που ταυτίζεται κατά πολλούς και με την ύπαρξη βυζαντινών κτισμάτων δυτικά της πόλης, ανάμεσα στους λόφους του Άη-Λια
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αρχαία κτίσματα και κυρίως οι τύμβοι που βρίσκονται γύρω από την πόλη του Σουφλίου, οι οποίοι σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες των τελευταίων χρόνων αποδίδονται στους αρχαίους Θράκες, γεγονός που μας κάνει να πιστέψουμε πως αυτός ο τόπος κατοικείται από τους πανάρχαιους χρόνους.


Ψάχνοντας κανείς μέσα στις τοπικές παραδόσεις αλλά και στις συνήθειες των Σουφλιωτών της παλαιότερης εποχής εύκολα θα αντιληφθεί πως αποτελούν ένα μωσαϊκό διαφόρων πολιτισμικών ομάδων. Από την μία πλευρά η γειτονιά του Λέκκα και του Κακοσουλίου που σχετίζονται με το Σούλι και τις Ηπειρώτικες ρίζες αρκετών κατοίκων του Σουφλίου, και από την άλλη ο διονυσιακός χαρακτήρας των γνήσιων θρακικών αποκριάτικων και σατυρικών εθίμων (όπως π.χ. το έθιμο του «Καλόγερου» που πραγματοποιούνταν στο Σουφλί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930) αποτελούν ενδείξεις που επιβεβαιώνουνε αυτή την αρχική μας σκέψη.
Άλλωστε αυτήν την μετακίνηση των πληθυσμών που αφορά τις ιστορικές και λαογραφικές εκδοχές της απαρχής του Σουφλίου φαίνεται να επιβεβαιώνει κατά κάποιο τρόπο και το γεγονός ότι οι Σουλτάνοι μετά την ολική κυριαρχία των Τούρκων στην Βαλκανική μετέφεραν πληθυσμούς από την Θεσσαλία και την Ήπειρο προς την Θράκη για να συμπληρώσουν το κενό μεταξύ του πληθυσμού που είχε λιγοστέψει.
Η μεγάλη οικονομική άνθηση του Σουφλίου, που ουσιαστικά ήτανε και η αφετηρία της δημιουργίας ενός πρωτόγνωρου για την περιοχή οικονομικού και πολιτιστικού κέντρου, ήρθε με το διάταγμα του Σουλτάνου Χάτι Σερήφ κατά το 1839 σύμφωνα με το οποίο θα υπήρχε ισονομία μεταξύ των Μουσουλμάνων και Χριστιανών κατοίκων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η εποχή αυτή ξεκίνησε με το κτίσιμο των δύο μεγαλύτερων εκκλησιών του Σουφλίου, και συγκεκριμένα αυτών του Αγίου Αθανασίου, που κτίστηκε στη θέση ενός παλαιότερου ξύλινου εξωκλησιού στην περιοχή της Καρκατσελιάς, και του Αγίου Γεωργίου, που κτίστηκε στη θέση της παλιάς εκκλησίας που ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Χριστόφορο. Εκτός από τις εκκλησίες και τα υπόλοιπα κτίσματα στην εποχή αυτή ανεγέρθησαν και τα μεγάλα κτήρια για την εκτροφή του μεταξοσκώληκα που από εδώ και πέρα θα αποτελούσαν και τον κυρίως κορμό της οικονομικής ζωής του Σουφλίου.
Όμως η γοργή αυτή ανάπτυξη του Σουφλίου ανέβηκε σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα όταν το 1870 άνοιξε στο Σουφλί ο Σιδηροδρομικός Σταθμός, οπότε και το Σουφλί εκτός από όλα τα άλλα προτερήματα τώρα πια ήταν και ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της Θράκης.
Ωστόσο οι ανάγκες που δημιουργούσε η εκτροφή του μεταξοσκώληκα επηρέασαν σε έναν σημαντικό βαθμό και την αρχιτεκτονική δομή του σπιτιών και των οικημάτων του Σουφλίου, τα οποία στην πλειοψηφία τους είχαν ευρύχωρες σάλες για να φυλάσσονται τα κρεβάτια των κουκουλιών, αλλά και μεγάλες αυλές, ενώ μπαλκόνια σπάνια υπήρχαν.

Στα 1904, η Γαλλική εμπορική επιθεώρηση «Annuaire Oriental de Commerce» αναφέρει πως το Σουφλί έχει περί τους 12.000 κατοίκους, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ασχολείται με την μεταξουργία, την καπνοκαλλιέργεια, και τα αγροτικά.
Βέβαια, αυτή την άνοδο του Σουφλίου τώρα πια θα έρχονταν να διακόψουνε για ένα χρονικό διάστημα οι πολεμικές επιχειρήσεις με τις οποίες δοκιμάστηκε σκληρά ολόκληρη η περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης.


Όταν τον Οκτώβριο του 1912 κηρύχθηκε ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος οι Τούρκοι δημόσιοι υπάλληλοι που μέχρι τότε διοικούσαν ως τοποτηρητές του Σουλτάνου την περιοχή, εγκατέλειψαν το Σουφλί και έτσι οι Σουφλιώτες κατάφεραν σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα να οργανώσουν μόνοι τους και δίχως την βοήθεια κανενός την διοίκηση της πόλης. Βέβαια αυτή η χαρά των ελεύθερων πια Σουφλιωτών δεν θα διαρκούσε για πολύ, καθώς σύντομα η μοίρα θα τους έφερνε άλλη μια σειρά δυσκολιών πριν ξεκινήσει η μόνιμη ελευθερία τους. Με την λήξη των δύο Βαλκανικών πολέμων η Δυτική Θράκη και συνεπώς το Σουφλί παραχωρούνται στην Βουλγαρία και έτσι οι Σουφλιώτες όπως και οι άλλοι Έλληνες της βουλγαροκρατούμενης Θράκης αναγκάζονται να πάρουνε τον βαρύ δρόμο της προσφυγιάς, και επέστρεψαν στα σπίτια τους μετά την απελευθέρωση του 1920. Βέβαια οι περιπέτειες για την περιοχή δεν θα τελείωναν εδώ. Μετά την εθνική καταστροφή της Μικράς Ασίας το 1922, και συνεπώς την παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία, το Σουφλί ουσιαστικά χάνει το μεγαλύτερο μέρος των μορεώνων του που βρισκόταν στην απέναντι πλευρά, γεγονός που επηρέασε αρνητικά την μετέπειτα παραγωγή του μεταξιού.
Κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου το Σουφλί είδε την μεγάλη άνθηση της παραγωγής του μεταξιού να αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στο Σουφλί να μετατραπεί σε μία δίχως προηγούμενο βιομηχανική πόλη. Αποτέλεσμα βέβαια αυτής της αλλαγής ήτανε το να αποκτήσει ένα πρωτοφανές εργατικό δυναμικό που για πολλά χρόνια θα κρατούσε στη ζωή τα μεταξουργεία του Σουφλίου.
Με το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και τη γερμανική κατοχή σταματά κάθε εμπορική και πνευματική δραστηριότητα της πόλης . Σε αντίθεση με πριν όλα λειτουργούσαν υποτυπωδώς. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών που έγινε τον Αύγουστο του 1944 και λίγο πριν το ξεκίνημα την αρχή του εμφυλίου πολέμου το Σουφλί γεμίζει ξανά κόσμο. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών συγκεντρώνονται στο Σουφλί για λόγους ασφαλείας όπου και παραμένουν ως το τέλος του 1948, οπότε και η πόλη απαλλάσσεται από τον πόλεμο και τις αναταραχές που άφησε πίσω του ο εμφύλιος.

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

«Μνήμες Σουφλίου» – Το νέο ιστορικό-λαογραφικό Λεύκωμα του Ζήση Φυλλαρίδη


Το λεύκωμα «Μνήμες Σουφλίου» αποτελεί άλλη μία γραπτή μαρτυρία που συμβάλει στον μέγιστο βαθμό στην ανάδειξη και αξιοποίηση του τοπικού λαογραφικού και ιστορικού θησαυρού της πόλεως του μεταξιού, του Σουφλίου. Στις σελίδες του λευκώματος απλώνεται μία σειρά σπάνιων φωτογραφιών που μας μεταδίδουν μέσα από τις απαράμιλλες περιγραφές τους το παρελθόν του Σουφλίου, αλλά και ένας μεγάλος αριθμός εγγράφων που μας μαρτυρούν και μας επαληθεύουν ιστορικά γεγονότα που συνδέθηκαν με αυτόν τον τόπο.
Μετά την επιτυχή έκδοση του φωτογραφικού άλμπουμ-λευκώματος, ο Ζήσης Φυλλαρίδης επανέρχεται με την έκδοση αυτής της νέας και κατά αρκετά εμπλουτισμένης έκδοσης που κάνει ένα βήμα παραπέρα σε αυτήν την προσπάθεια για την διάσωση και την καταγραφή του λαογραφικού μας πλούτου. Εικόνες από όψεις και κτίρια του Σουφλίου που πλέον δεν υπάρχουν, στιγμές από την «χρυσή εποχή» της μεταξουργίας, παραδοσιακές ενδυμασίες και γιορτές που πλέον σταμάτησαν, φωτογραφίες από παραδοσιακούς γάμους και σχολικές αναμνήσεις, καθώς και δεκάδες κειμήλια που μας άφησαν οι παλιοί Σουφλιώτες, συνθέτουν όλα μαζί μία εικόνα μαγική. Μία εικόνα που αν και χάθηκε για πάντα, παραμένει αποτυπωμένη μέσα σ’ αυτό το ιστορικό-φωτογραφικό λεύκωμα για να θυμίζει και να καθοδηγεί.
Την έκδοση του λευκώματος «Μνήμες Σουφλίου» χρηματοδότησε η Νομαρχία Έβρου, ενώ εκδόθηκε με την συνεργασία και την στήριξη του Λαογραφικού Μουσείου Σουφλίου «Τα Γνάφαλα». Την έκδοση ανέλαβε η Angohellenic-Εκδόσεις Πέλτη Α.Ε.

Η εφημερίδα Ελευθεροτυπία για την 1η έκδοση του λευκώματος «Μνήμες Σουφλίου»

«Στις σελίδες του λευκώματος απλώνονται δεκάδες εικόνες του παρελθόντος που κάποιοι Σουφλιώτες ασφαλώς δεν έζησαν, προσώπων που με κάθε τρόπο ξεχώρισαν και καταστάσεων για τις οποίες άκουγαν από τους παλαιότερους μέσα από ιστορίες και διηγήσεις. Εικόνες που σε κάποιους φέρνουν μνήμες από το παιδικό τους παρελθόν ενώ σε άλλους εικόνες του απόμακρου παρελθόντος»

Ελευθεροτυπία, 18/01/2010


Στα 8 κεφάλαια του Λευκώματος θα συναντήσετε θέματα σχετικά με τη Μεταξουργία, θα περιηγηθείτε σε όψεις και τοποθεσίες του Σουφλίου, θα παρακολουθήσετε στιγμιότυπα από την ζωή της πόλης, θα γνωρίσετε παραδοσιακά επαγγέλματα, θα θαυμάσετε παραδοσιακές ενδυμασίες και θεατρικά δρώμενα, θα συγκινηθείτε με σχολικές και οικογενειακές φωτογραφίες, θα μάθετε, θα ψυχαγωγηθείτε και θα νοσταλγήσετε. Αυτές οι εικόνες φωτίζουν ένα μέρος της μακραίωνης διαδρομής της κοινωνίας του Σουφλίου και των ανθρώπων της, υπενθυμίζουν παλιότερα πρότυπα και αξίες, καθρεπτίζουν στοιχεία της ταυτότητας αυτής της κοινωνίας.

Ο Νομάρχης Έβρου, Νικόλαος Ζαμπουνίδης


Οι Μνήμες Σουφλίου είναι ένα βιβλίο που σε οδηγεί σε όλα αυτά τα διαφορετικά κομμάτια του Σουφλίου. Και όντως τελειώνοντας αυτό το βιβλίο θα πείτε ναι, τώρα κατανοώ τούτο τον τόπο καλύτερα, ακόμα και για μας που ζούμε σε αυτόν και τον θεωρούσαμε οικείο μας. Ίσως βέβαια από την άλλη να σου ανοίγει άλλη μια πύλη για όσα μόλις έμαθες και εμφανίστηκαν μπροστά σου, να αντιληφθείς πόσα λίγα εν τέλει γνωρίζεις για τον τόπο, τον δικό σου. Αυτό το λεύκωμα του Ζήση Φυλλαρίδη είναι ένα υπέροχο κειμήλιο για όλους εμάς που θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανές αυτές τις ιστορίες, αυτές τις μνήμες του Σουφλίου.

Δήμητρα Μπουρουλίτη, Λαογραφικό Μουσείο Σουφλίου “Τα Γνάφαλα”

Τηλ. 6947 68 71 98 E-mail: Zfyllaridis@hotmail.com

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

«Θρακικές ιστορίες» Το Σουφλί και οι Σουφλιώτες - του Κώστα Θρακιώτη


Είχαν να λένε οι ντόπιοι στα νυχτέργια τους, τα χειμωνιάτικα βράδια, για το τι σκαρφίζονταν οι παλαιότεροι για να ξεφορτωθούν το Τούρκο μέσα από την πολιτεία τους. Εκεί να βλέπεις χάσκαρα και γέλια, σαν διηγόντουσαν σπαρταριστές ιστορίες για φαντάσματα, περδουκλώματα, για καβαλίκες των αγάδων κι ένα σωρό του κόσμου αβανιές, που τους έκαναν να πιστεύουν πως τα’ αερικά και τα δαιμόνια ξεσηκώνονταν ενάντια τους, γιατί ήθελαν λέει τον εξολοθρεμό τους.

Να, γιατί λοιπόν τα χτήματα όλα ένα γύρο, μουριές, σταροχώραφα, περιβόλια, αμπέλια και μποστάνια ήταν ολότελα στα χέρια των ντόπιων Χριστιανών. Που να βρεθεί κανένας αγάς κτηματίας εκεί, ακόμα κι έμπορος; Τους έδιωχνε βλέπεις ο τόπος, που ήταν σαν μια μεγάλη φάρα κι από ένα γεννοκόπι. Αν έβλεπες κανένα φέσι στο κέντρο ή στο σταθμό, ήξερες πως ήταν κάποιος διοικητικός υπάλληλος, στο Τελωνείο ή στη Ρεζύ, ζαμπίτης ή νιζάμης της τοπικής φρουράς και τίποτε άλλο.

Έτσι ξεχώριζε το Σουφλί ανάμεσα σ’ όλη τη Θράκη, σαν κάτι που δεν μπορούσε να το βάλει ο νους σου μέσα στην καρδιά της Τουρκιάς. Ό,τι και να πεις τη χαιρόσουν εκείνη την πολιτεία, που ήταν ολότελα Ρωμέικη, με την ανεξαρτησία και τη λεβεντιά της και ήξερες από πρώτα πως ήταν έτοιμη για ένα φιλότιμο, να σκοτώσει και να σκοτωθεί για τη μεγάλη που λένε Ιδέα. Μα να μη θαρρέψει κανένας πως ήταν και ντιπ ρέμπελοι ή μπόσικοι άνθρωποι, του σχοινιού και του παλουκιού, που δεν το ’χαν για τίποτα να σαπλαντήσουν τον αντικρυνό τους γιατί τους λοξοκοίταξε…

Όχι. Οι άνθρωποι ήταν νοικοκυραίοι. Ντόμπροι και μπεσαλήδες. Κοίταζαν τη δουλειά τους και δεν πείραζαν κανέναν, αν πρώτος αυτός δεν τους πείραζε. Δεν ήταν ντεληφουσέκια, ούτε κοπούκια. Δεν ήταν μ’ άλλα λόγια παλαβοί. Ξύπνιοι ήταν όσο δεν έπαιρνε και πονηροί όσο έπρεπε, για να μην τους ανεβαίνει κανένας στο κεφάλι και τους πάρει τον αέρα….

Φονικά δεν ακούστηκαν ποτέ στον τόπο τους. Σκοτωμοί στις νταβέρνες, πάνω στον καυγά και σούπα-μούπες, όπως δα γίνονται σ’ όλα τα μέρη του κόσμου, όπου υπάρχουν αψόθυμα νιάτα και γρήγορα ανάβουν τα αίματά τους από μια μικρή παραξήγηση, όχι δε θυμόταν ποτέ οι παλιοί έως τότε. Τα καμπανταϊλίκια ήταν για τους άλλους. Αυτοί αν μάλωναν καμιά φορά θα ’ταν για καμιά διαφιλονικούμενη ρίζα μουριάς ή για κανένα καβάκι. Τότε μπορούσαν ν’ αρπάξουν το στυλιάρι ή τον κασμά και να τον φέρουν στην κεφαλή του άλλου.

Ο τόπος ήταν βέβαια φτωχός και το ψωμί έβγαινε δύσκολα. Μα όπως και να το κάνεις, όλοι αναμεταξύ τους ήταν, όπως είπαμε, σαν μια γενιά. Πες αδέλφια, συγγενήδες, πρωτοδευτεροξάδελφα, κουμπάροι, συμπέθεροι, κι αμέσως φίλιωναν. Το αίμα νερό δε γίνεται. Έκοβαν την αμάχη ευτύς σαν τους παίρναγε ο θυμός –το κακό αίμα που τους είχε βαρέσει στο κεφάλι- κι αντάμα τραβούσαν κανένα ποτηράκι ρακί ή να πιουν λίγο μπρούσκο κρασί για να πάει και τούτο με τις καλιακούδες στο κράκουρα και στην οργή…

Οι προετοιμασίες του γάμου

Και η κόνα Βασιλική, πραγματική αρχόντισσα του τόπου, θυγατέρα του κυρ Δερβίσογλου, του ξακουσμένου έμπορα στην Πολιτεία, με την σαμουρογούνα της και τον μεταξωτό μποχτσά της, πλάι στον άντρα της τον κύριο Δημητρό, υποδεχόταν στο σαλόνι τους, τον μουσαφίρ-οντά, όπως τον έλεγαν, τον κόσμο που ερχόταν να τους συγχαρεί για τους μελλούμενους γάμους της μονάκριβης κόρης τους.

Όλο το σπίτι βρισκόταν σήμερα σε αδιάκοπη κίνηση και ταραχή. Η νύφη χαμηλοβλεπούσα κι ακριβοθώρητη πηγαινοερχόταν από το ένα δωμάτιο στο άλλο, τάχα για να βάλει τάξη στα πράγματα, μα δεν έκανε τίποτα απ’ ό,τι λογάριαζε να κάνει. Άλλωστε την Χρυσούλα την είχαν τόσο καλομαθημένη, που όλες τις δουλειές του σπιτιού τις έκαναν οι δούλες. Και μόνο η αφέντρα, η μάνα της, έδινε τις παραγγελιές και τις διάτες.

Από τα πολλά πρωί είχαν ανοίξει τα σεντούκια και τα φορτσέρια με τα προικιά. Μοσχοβόλησε ο τόπος σαν ανοίχτηκαν τα μπαούλα από τα κυπαρισσόμηλα και τη λεβάντα του βουνού. Τα είχαν αποθέσει εκεί για να μη τα φάει η βότριδα. Και τι προικιά ήταν εκείνα που τα δούλεψαν τώρα και χρόνια τόσο μαστορικά οι καλύτερες υφάντρες και κεντήστρες του τόπου; Τα θάμαζαν και τα ζήλευαν όσοι τα πρωτοείδαν. Τέτοιο πλούτο κι αρχοντιά δεν ματάειδαν έως τότες.

Τα μεταξωτά παπλώματα στ’ αλήθεια, ήταν η χαρά του ματιού, έτσι πλουμισμένα με χίλια δυο σχέδια και χρώματα που είχαν. Σαν τα ’πιανες έμοιαζαν με νερό. Τόσο απαλά στα δάχτυλα των χεριών σου εφάνταζαν. Αμή και οι σελτέδες, τα στρωσίδια, τα μαξιλάρια, οι μπάντες από μαλλί της Ανατολής και μπαμπάκι του Μισιριού και τι κεντίδια και τι ξόμπλια, όλα περίτεχνα ιστορημένα. Άδικα δεν χάλασε ο κυρ Δημητρός για το χατήρι της μοναχοκόρης του, τόσες λίρες και ναπολεόνια, για να γίνουν όλα ετούτα τα υφαντικά, οι ρόμπες, τα μεσοφούστανα, κι όλα τ’ άλλα όσα χρειάζονται για να στηθεί ένα καλό οικοκυργιό. Το τράχωμα μετρήθηκε στα χέρια του γαμπρού, πεντακόσιες ολοστρόγγυλες λίρες, μπροστά στον Παπαγιάννη και τον γέροντα Σατραζανίδη.

Στο μεταξύ σχεδόν ετελείωσαν όλες οι προετοιμασίες. Το υπηρετικό προσωπικό έφτιασε κιόλας όλα τα γλυκίσματα του γάμου. Τους μπακλαβάδες και το σαρεγλί που το επιτηδευόταν η ίδια η αφέντρα. Δεν ξέχασαν ούτε τα κουλίκια με σουσάμι και μέλι, που όταν τα ζύμωσαν έγινε μια αληθινή ιεροτελεστία. Τόσο στο ζύμωμα, στο πλάσιμο και στο φούρνισμα, όσο και στο ξεφούρνισμα, έπαιζαν ώρες τα βιολιά. Το ίδιο όταν έπιασαν το χορό και τραγούδαγαν τα κορίτσια και τα παλληκάρια γύρω και μπροστά από το φούρνο. Τέλος σαν ψήθηκαν ροδοκοκκινισμένα τα κουλούρια, ένα αγόρι «μονοστέφανο» τα πήρε και με τα «τσαλγκιά» τα ’φερε και τα μοίρασε στο σπίτι του γαμπρού, του κουμπάρου και σ’ όλο το συγγενολόγι τους.

Για το «κανίσκι» ετούτο όλοι ευχόταν το «καλορίζικα».

Και να που σήμερα ήρθε και η μεγάλη στιγμή, ν ανοίξει το σπίτι της η αρχόντισσα κόνα Βασιλική. Κατά τη συνήθεια του τόπου η ίδια έκανε τα καλέσματα, προσκαλώντας όλους τους συγγενείς και τους φίλους, για να δούνε τα προικιά.

Εκεί, στη μεγάλη κι απλόχωρη σάλα, οι γυναίκες σιάξανε πρώτα –πρώτα τη «γιουκιά». Έστρωσαν τρία μεντέρια υφαντά, άσπρα με γαλάζιο το κιλίμι απανωτά. Έπειτα τη «βρανιά» τρία στρώματα κατριλωτά, σελτέδες και μαξιλάρια. Μετά σ’ ένα σχοινί στην κάμαρη απλώσανε την προίκα: Δώδεκα πουκαμίσες με βελονίσια νταντέλα και κεντήματα. Δώδεκα πανταλόνια, δώδεκα τουλπάνια με πούλιες και με χάντρες.

Να μιλήσουμε τώρα και για τα τραπεζομάντηλα, τις πετσέτες, τις «χουμαγένιες» με φαρδύ ανεβατό κέντημα, τις άλλες του προσώπου με κόκκινες μάρκες στον καναβά και σατσάκι για νταντέλα στις δύο άκρες; Όχι. Δεν θα μας έπαιρνε η ώρα. Όλα ήταν στην εντέλεια και άψογα καμωμένα. Και τι άλλο θα ’πρεπε να πρωτοθυμηθούμε; Για τα τριανταπέντε ζευγάρια κάλτσες – αντρίκες και γυναικείες- τους τζεβρέδες κεντημένους με χρυσάφι και μετάξι χρωματιστό, ή για τα μάλλινα τσεμπέρια με μπιμπίλα για την πεθερά, την αδελφή της πεθεράς, τις θειάδες και όλες τις συγγένισσες του γαμπρού; Να πούμε και για τα φουστάνια της νύφης, τα κλαδωτά από ταφτά, για τα κοντογούνια και τις βρακοζώνες της, που κι αυτές ήταν κεντημένες με χρυσάφι και μετάξι, ή για τ’ άλλα «μποχτσαλίκια» για το πεθερό, τον κουμπάρο και για όλα τ’ ανδραδέλφια;

Με δυο λόγια ένα θα πούμε: όλοι παινεύανε τη νύφη και την αρχόντισσα για την αξιοσύνη τους. Όλο το σπίτι βρισκόταν στις δόξες του παντού αντηχούσαν τα γέλια και τα χάχανα των κοριτσιών. Ερχόταν και πήγαιναν τα ρεγάλα του γαμπρού και των φίλων τους. Φέρανε και το νυφικό φουστάνι, κάτασπρο τούλι, σαν από χιόνι, σκαρπίνια άσπρα, άσπρες κάλτσες κι άσπρα γάντια, τα τρες, τις μπλίρες, τις μυρουδιές, τις πούντρες, τα μοσχοσάπουνα και τ’ άλλα. Έτσι ταίριαζαν όλα στην αθωότητα, την ομορφιά και την παρθενιά του κοριτσιού. Η χαρά της ορίστηκε να γίνει την άλλη Κυριακή…

Ο τρύγος

Και ο Χατζησταυρακούδης, ο τσορμπατζής, θα ετοίμαζε στην αυλή του σπιτιού του δυο ληνούς. Οι μαστόροι –υποταχτικοί του- από μέρες συγύρισαν τα βαρέλια, τους κάδους, τις τίνες και τα βεργιά. Όλα στην εντέλεια. Θα έρχονταν και οι βούβαλοι, στολισμένοι με χαϊμαλιά και κουδούνια ασημένια, να φέρουνε τον τρύγο…

Χαρές τότες να δεις. Να τριζοκοπάνε και τ’ αμάξια, με τα καινούργια τους τ’ αξόνια, κουβαλώντας το χαϊρλίδικο μαξούλι, το μπερεκέτι της χρονιάς.

Ανάστα ο Θεός οι τρυγητάδες. Άντρες, γυναίκες, κορίτσια και παιδιά. Θ’ άδειαζαν τα σταφύλια στα τρυγοκάλαθα και θα τ’ αναποδογύριζαν στους ληνούς. Τι πανηγύρι και χαρές, σαν θα κουβάλαγαν το μούστο από τον κάδο στα βαρέλια. Και τα παιχνίδια στη δόξα τους. Να παίζουν οι λύρες, και οι γκάιντες να ξεχύνουν ολούθε, με τα ντούρου –ντούρου – τ’ αναστενάγματά τους – όλους τους βακχικούς αθάνατους θρακιώτικους σκοπούς.

Και ν’ ανασταίνονται οι τρικούβερτοι χοροί. Οι κοπελιές με τα παλληκάρια να χορεύουν την «Τσουρτσουλιάνω» και τον Αλεξαντρή. Να το γυρίζουνε άλλοτες στο χασάπικο, το ζεϊμπέκικο ή στον καλαματιανό. Και ο ξέφρενος χορός τους να κρατάει και πέρα από τ’ άκραχτα μεσάνυχτα.

Και οι πατητάδες όλη την ώρα πάλι εχόρευαν κι αυτοί αντάμα τους. Με ολόγυμνα πόδια και ψηλά τα μπατζακλίκια, πηγαινοέρχονταν ρυθμικά, στα μπρος και πίσω, βουτώντας έως το γόνατο πάνω στο ληνάρι.

Και να στήνει και η Χαστησταυρκούδαινα τους σοφράδες κάτω από τη μεγάλη της κληματαριά, να φάει η εργατιά και να ευφρανθεί το δείπνο. Και αδριανουπολίτικο σαρμά να τους φτιάσει, κιοφτέδες με γιουφκά και σαζάνι πλακί, φερμένο από τη Μαρίτσα. Κι δυο ταψιά μπακλαβάδες και σαρεγλιά σε πλούσιες πιατέλες, για να τρώνε και να τρέχουνε τα σάλια τους από τη γλύκα. Άσε το μπρούσκο κρασί, τον μπογιαμά, σωστή μεταλαβιά, που θα το ’φερνε από το φουμισμένο βαγένι τους.

Μερακλίδικο φαγοπότι θα τους έκανε, που να το θυμάνται σ’ όλη τους τη ζωή.

Το φονικό που έγινε στο Σουφλί

…ένα εντελώς ακαταλόγιστο φονικό που έγινε στο Σουφλί, στα τέλη του Οκτώβρη του 1908, ανήμερα του Αη Δημήτρη.

Ο Δημήτριος Γλύστρας ήταν από τους πιο ακουστούς άρχοντες του τόπου, με όνομα, βιος και υπόληψη. Η φαμίλια του από τις πιο μεγάλες στην πολιτεία και από τις πιο παλιές. Κληρονόμησε μια τεράστια περιουσία από τον πατέρα του, σε χτήματα, μουριές, σταροχώραφα, αμπέλια, μποστάνια και μπιτζικλίκια. Μα την αυγάτισε κι ο ίδιος, σαν το μαγαζί του γονιού του το έκανε εμπορικό, με την ταμπέλα που έγραφε με κεφαλαία γράμματα: «Εισαγωγές και εξαγωγές». Ό,τι έμπαινε κι έβγαινε στην πολιτεία ήταν δικιά του δουλειά. Γι’ αυτό κρατούσε στα χέρια του όλο το Σουφλί με το χρήμα του εκείνα τα χρόνια.

*

Αρμένηδες ή Οβριοί ποτές δεν θυμόταν να μπόρεσαν να στεργιώσουν εκεί. Ακόμα και οι Τουρκαλάδες είχαν πάρει από νωρίς το φύσημά τους από το Σουφλί.

*

Το μυαλό του δούλευε στ’ αλισβερίσι και στο διάφορο. Σαν έμπορας πήγαινε ν’ αυγατίσει το βιός του και τα καζάντια του.

Άνοιγε εύκολα πιστώσεις στους πελάτες του και τους έκανε τέτοιες «ευκολίες» που τον πλέρωναν όχι μόνο «τοις μετρητοίς», μα και σε είδος απ’ την παραγωγή τους, σε κρασί, κουκούλια, μπαμπάκι και δημητριακά. Η μέθοδος ήταν πολύ απλή. έδινε σα να λέγαμε στο χωριάτη, στις δύσκολες ώρες του χειμώνα, μια οκά άχυρο για να του πάρει αντίστοιχα μια οκά σιτάρι κατά το θέρος. Το ίδιο γινόταν και με τα χλωρά κουκούλια που τα ’παιρνε πίσω «ξερά» και κλιβανισμένα. Φυσικά, δάνειζε και χρήματα με τόκο, με τους ίδιους όρους, φροντίζοντας να τους δένει καλά με ομόλογα που έπρεπε να ξοφλούνται μέχρι την τελευταία πεντάρα τον καιρό της σοδειάς.

Περιττό να σημειώσουμε εδώ, πως ο μεγαλομπακάλης δεν χώνευε καθόλου τον προεστό. Μάλιστα τώρα που άρχισε να τον συναγωνίζεται στο εξωτερικό εμπόριο και είχε πάρει την αντιπροσωπεία μιας μεγάλης ιταλικής εταιρείας για την εξαγωγή των κουκουλιών. Φανταζόταν πως δεν θα περνούσε πολύς καιρός και θα γινόταν αυτός ο αδιαφιλονίκητος ρυθμιστής της κουκουλοαγοράς, έφτανε μονάχα να ’βγαινε από τη μέση ο κύριος Γλύστρας, ο πιο επικίνδυνος ανταγωνιστής του.

Μάθαινε ο Γλύστρας, κάθε τόσο από τους δικούς του, ό,τι βρωμιά λεγόταν στο παζάρι και στο μαγαζί του κουνιάδου του Λεφάκη και τι ο ίδιος ετούτος τον κατηγορούσε.

-Φοβού τας διαβολάς καν ψευδείς ώσιν. Μη το ξεχνάς ετούτο, κύριε Δημητρό, κάτι ξέρανε και οι παλαιοί, του είπε μια μέρα ο φίλος του γεροσχολάρχης.

-Και συ, δάσκαλε, μην ξεχνάς τον Αισώπειο μύθο των κοράκων, απάντησε ο άρχοντας.

Δεν έδινε καμιά σημασία, ώσπου ένα βράδυ βρυχερό, ανήμερα της γιορτής του, την ώρα που γύριζε από το σπίτι του αδελφού του, ένας παρακεντές του κουνιάδου του Λεφάκη, με την κάμα του, παραμονεύοντας τον μέσα στο σκοτάδι, τον ξάπλωσε νεκρό μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού του.

Τώρα, πως μπορώ να ξεχάσω και να μη θυμηθώ τον μεγάλο λόγο της θείας Κλεονίκης Γλύστρα, όταν αναπάντεχα κάποτε βρέθηκε μπροστά στο φονιά του άντρα της, που πεσμένος στα γόνατά της –τέλειο ράκος στα στερνά του- της ζήτησε με αναφιλητά να τον σχωρέσει για το μεγάλο κακό που της έκανε;

-Σχώραμε, κυρά, για το φαρμάκι που σε πότισα. Ας όψονται ετούτοι που με βάλανε στο μεγάλο κρίμα. Τι να ’κανα ο μαύρος; Με είχαν χειροπόδαρα δεμένο στη δούλεψή τους, σαν ήμουν σέμπρος στα χτήματά τους και τους χρώσταγα τα μαλλοκέφαλά μου. Δε μ’ άφηναν τα χρέγια και οι αρρώστιες της γυναίκας και του παιδιού μου, που είσαντε του θανατά… Αχ, αν ήξερες πως μου ’βαλαν τη θελιά στο λαιμό εκείνον τον καιρό… Η φτώχεια, κυρά, είναι κατάρα και κακός συμβουλάτορας η πείνα, πανάθεμά τηνε… Σχώραμε κυρά… σχώραμε…

Κι εκείνη, η άτυχη πάντα και πολύπαθη θεία μου, που ήξερε καλά τα βάσανα και τους παραδερμούς εκείνου του ανθρωπάκου, που πολλές φορές έως τότε του συμπαραστάθηκε στη δυστυχία και στη φτώχεια του –χωρίς καν να γνωρίζει τίποτα από το παρελθόν του, έως εκείνη τη στιγμή της εξομολόγησής του- σαν ξεπέρασε τη φρίκη της, δεν δίστασε να του πει.

-Σχωρεμένος να ’σαι, κυρ-Αποστόλη από μένα. Κοίταξε τώρα πως θα σε ελεηθεί και ο Θεός…

Έρευνα –Επιμέλεια

Σταύρος Παπαθανάκης

Δημοσιεύθηκε στον «Βορέα», στο τεύχος 11 Απρίλιος 2006