Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Το έθιμο του Κιοπέκ - Μπέη στο Σουφλί την δεκαετία του 1930 - του Ζήση Φυλλαρίδη


Από τις πρώτες πρωινές ώρες της Καθαράς Δευτέρας ένας άνδρας θα φορούσε την πατροπαράδοτη αμφίεση του που αποτελούνταν από την προβιά και τις πάμπολλες κουδούνες του, και στο τέλος θα έβαζε και την μάσκα του. Από πίσω θα ακολουθούσε και το κοπάδι του, το ίδιο απίθανα μασκαρεμένο ζωόμορφα. Ήταν ο Κιοπέκ - Μπέης. Άλλοτε έβαφε τα μούτρα του με καπνιά και στάχτη, ενώ θα πρόσθετε και μια τραγίσια γενειάδα. Στο κεφάλι του θα φορούσε και μια χάρτινη κορώνα που μάλλον διακωμωδούσε το βασιλικό στέμμα. Στο ένα το χέρι του κρατούσε το «τοπούζι», ένα μακρύ ματσούκι που στρογγύλευε στην άκρη και συμβόλιζε το σκήπτρο. Στο άλλο χέρι κρατούσε μια «γκρατσούνα» (νεροκολοκύθα), που παρίστανε το τσιμπούκι του και καμώνονταν πως το κάπνιζε θεριακλίδικα. Άλλοτε έπαιρνε στα χέρια του και το «καλέμι», τον κονδυλοφόρο του, κι θα έκανε πως τάχα μ’ αυτόν έγραφε το πεπρωμένο των ανθρώπων, ενώ τον βουτούσε κωμικά στον πισινό του γαϊδάρου που έσερνε τ’ αμάξι του. 

Ως αρχηγός του μπουλουκιού του θα συγκέντρωνε στην Αγελαδαριά την «σκυλοπαρέα» του, και επάνω σε ένα δίτροχο αμάξι θα ξεχύνονταν με τα βροντερά γέλια και τα χάχανα τους στα σοκάκια και στις αστριχιές του Σουφλίου. Τα νταούλια και οι γκάιντες θα άνοιγαν αυτό το ξέφρενο πανηγύρι με τους εορταστικούς τους σκοπούς. Στο δρόμο ο Κιοπέκ – Μπέης χόρευε, τραγουδούσε, αστειευόταν, και έκανε άσεμνες χειρονομίες, ενώ δεν έλειπε και η πιπεράτη ελευθεροστομία του.  Κάποτε θα σταματούσε και σε καμιά αυλή και θα ευχόταν: «Καλά σπουρίδια», «Καλά μπαμπάκια», «Τ’ Αβραάμ κι τ’ Ισαάκ τα καλά να σας δωσ’ ο Θεός».

Οι γυναίκες θα τον περίμεναν έχοντας συγυρίσει η κάθε μια το σπιτικό της, γιατί υπάρχει πάντα ο φόβος αυτός ο σκυλαφέντης να βρει κανένα κουσούρι στο νοικοκυριό της και να την ρεζιλέψει σ’ όλη τη γειτονιά. Όταν ο Κιοπέκ – Μπέης ερχόταν σε ένα σπίτι, έπρεπε να τον φιλέψουν πλουσιοπάροχα και με το «κατά δύναμιν», κρασί, λουκάνικα, αυγά, τυρί, και ότι άλλο χορταστικό υπήρχε εκεί. Καμιά φορά ο Κιοπέκ – Μπέης συναντούσε κανέναν μέσα στα σοκάκια και τον περνούσε από μία κωμική και παράξενη δίκη, όπου ο «άτυχος» περαστικός θα άκουγε ότι έκανε όλο το χρόνο!

Μετά η όλη σκηνή θα άλλαζε και θα ερχόταν το δεύτερο μέρος της γιορτής. Τώρα πια η συνοδεία του Κιοπέκ – Μπέη θα ήταν ένας σκύλος. Έξαλλοι και εξαγριωμένοι οι συνοδοί του σκυλαφέντη θα κυνηγούσαν με τα δικράνια και τα αγροτικά τους εργαλεία τον σκύλο και θα τον έδιωχναν μακριά φωνάζοντας: «Τσιάταλος! Τσιάταλος!». Ο σκύλος συμβόλιζε το κακό και το μίασμα, και με τον τρόπο αυτό έδιωχναν συμβολικά την κακοτυχία από την πόλη και από τους αγρούς.  

Λίγο αργότερα ο Κιοπέκ – Μπέης θα ξανάρχονταν στην πλατεία του χωριού, στο μέρος εκείνο απ’ όπου ξεκινούσε το πρωί. Εκεί θα έπαιρνε ένα αλέτρι και θα μιμούνταν την κίνηση του οργώματος. Θα έσπερνε διάφορους καρπούς, σιτάρι, κριθάρι και μπαμπάκι, ενώ θα έδινε ευχές με ιδιαίτερη αθυροστομία. Με αστεία, πηδήματα, και χειρονομίες, θα αποτεινόταν πότε στους άντρες και πότε στις γυναίκες, πειράζοντας τους. «Ν’ αξαίνουν τα καρύδια του μπαμπακιού θαν τα κουλιά σας». «Ν’ ανοίξουν τα μπαμπάκια θαν τ’ αυτά σας». Ο κόσμος για αρκετή ώρα θα χαχάνιζε και θα γλεντούσε ξέφρενα κι ο σκυλαφέντης τελικά με τη δύση του ηλίου θα οδηγούνταν σε ένα ύψωμα. Από εκεί θα τον αναποδογύριζαν από το δίτροχο αμάξι του, ενώ την ίδια στιγμή θα έβαζαν φωτιά στο χάρτινο στέμμα του. Τότε ο Κιοπέκ – Μπέης θα έκανε τον σκοτωμένο, αλλά σε λίγο και πάλι θα σηκώνονταν δείχνοντας πως αναστήθηκε. Θα έσβηνε γρήγορα τη φωτιά και καλοπροαίρετα θα εύχονταν: «Καλά μπερεκέτια», «Καλά μαξούλια», «Και του χρόνου». 

Το βράδυ θα ακολουθούσε ένα ξέφρενο γλέντι. Τα χρήματα και τα φαγώσιμα θα ξοδεύονταν στην κοινή συνεστίαση όλου του θιάσου και των πιστών του εθίμου.

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο Κώστας Θρακιώτης στο βιβλίο του «Λαϊκή πίστη & λατρεία στη Θράκη»  το έθιμο αυτό πραγματοποιούνταν στο Σουφλί ακάθεκτα μέχρι το 1913, ενώ υπήρχε και κάποια ιεραρχία ανάμεσα στους τελεστές του εθίμου οι οποίοι ήσαν κατά παράδοση αγρότες. Όπως αναφέρει, βασικοί τελεστές του εθίμου εκείνη την εποχή ήταν ο γερό-Γκουντιάκας και ο γερό-Γκουβέντας, οι οποίοι με ευλάβεια φυλούσαν τα «παλαιικά αντέτια», δηλαδή τα πατροπαράδοτα έθιμα. Για το έθιμο αυτό τους στηλίτευε, λέει, από άμβωνος ο αρχιμανδρίτης Γερμανός το 1909, ωστόσο αυτοί συνέχισαν να το τελούν μέχρι το 1913, οπότε και οι Σουφλιώτες έφυγαν ως πρόσφυγες λόγω της Βουλγαρικής κατοχής. Το έθιμο συνέχισε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, και τελευταίος τελεστής του υπήρξε ο Αλέκος Γκιούρντας. Ο ίδιος ανέφερε στον Κώστα Θρακιώτη πως το αγροτικό αυτό έθιμο άρχισε να φαίνεται στα μάτια της νεολαίας ως ξεπερασμένο και σιγά-σιγά άρχισε να εξαλείφεται.


*Το κείμενο προέρχεται από το υπό έκδοση βιβλίο "Λαϊκές παραδόσεις & δοξασίες του Σουφλίου" του Ζήση Φυλλαρίδη

2 σχόλια:

Soultana Gkargkana είπε...

Πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση!Σ ευχαριστούμε Ζήση για το υλικό που ανέβασες! Η σύνδεση με τη ρίζα δίνει τον καρπό! Καλή σαρακοστή!

Σουφλί είπε...

Σουλτάνα ευχαριστώ για την τοποθέτηση σου. Υπάρχει αρκετό αξιοποιήσιμο υλικό, το οποίο μπορεί να μας βοηθήσει αρκετά. Θα ήταν μια καλή ιδέα να ξεκινήσει και πάλι αυτό το έθιμο. Καλή Σαρακοστή!