Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

«Θρακικές ιστορίες» Το Σουφλί και οι Σουφλιώτες - του Κώστα Θρακιώτη


Είχαν να λένε οι ντόπιοι στα νυχτέργια τους, τα χειμωνιάτικα βράδια, για το τι σκαρφίζονταν οι παλαιότεροι για να ξεφορτωθούν το Τούρκο μέσα από την πολιτεία τους. Εκεί να βλέπεις χάσκαρα και γέλια, σαν διηγόντουσαν σπαρταριστές ιστορίες για φαντάσματα, περδουκλώματα, για καβαλίκες των αγάδων κι ένα σωρό του κόσμου αβανιές, που τους έκαναν να πιστεύουν πως τα’ αερικά και τα δαιμόνια ξεσηκώνονταν ενάντια τους, γιατί ήθελαν λέει τον εξολοθρεμό τους.

Να, γιατί λοιπόν τα χτήματα όλα ένα γύρο, μουριές, σταροχώραφα, περιβόλια, αμπέλια και μποστάνια ήταν ολότελα στα χέρια των ντόπιων Χριστιανών. Που να βρεθεί κανένας αγάς κτηματίας εκεί, ακόμα κι έμπορος; Τους έδιωχνε βλέπεις ο τόπος, που ήταν σαν μια μεγάλη φάρα κι από ένα γεννοκόπι. Αν έβλεπες κανένα φέσι στο κέντρο ή στο σταθμό, ήξερες πως ήταν κάποιος διοικητικός υπάλληλος, στο Τελωνείο ή στη Ρεζύ, ζαμπίτης ή νιζάμης της τοπικής φρουράς και τίποτε άλλο.

Έτσι ξεχώριζε το Σουφλί ανάμεσα σ’ όλη τη Θράκη, σαν κάτι που δεν μπορούσε να το βάλει ο νους σου μέσα στην καρδιά της Τουρκιάς. Ό,τι και να πεις τη χαιρόσουν εκείνη την πολιτεία, που ήταν ολότελα Ρωμέικη, με την ανεξαρτησία και τη λεβεντιά της και ήξερες από πρώτα πως ήταν έτοιμη για ένα φιλότιμο, να σκοτώσει και να σκοτωθεί για τη μεγάλη που λένε Ιδέα. Μα να μη θαρρέψει κανένας πως ήταν και ντιπ ρέμπελοι ή μπόσικοι άνθρωποι, του σχοινιού και του παλουκιού, που δεν το ’χαν για τίποτα να σαπλαντήσουν τον αντικρυνό τους γιατί τους λοξοκοίταξε…

Όχι. Οι άνθρωποι ήταν νοικοκυραίοι. Ντόμπροι και μπεσαλήδες. Κοίταζαν τη δουλειά τους και δεν πείραζαν κανέναν, αν πρώτος αυτός δεν τους πείραζε. Δεν ήταν ντεληφουσέκια, ούτε κοπούκια. Δεν ήταν μ’ άλλα λόγια παλαβοί. Ξύπνιοι ήταν όσο δεν έπαιρνε και πονηροί όσο έπρεπε, για να μην τους ανεβαίνει κανένας στο κεφάλι και τους πάρει τον αέρα….

Φονικά δεν ακούστηκαν ποτέ στον τόπο τους. Σκοτωμοί στις νταβέρνες, πάνω στον καυγά και σούπα-μούπες, όπως δα γίνονται σ’ όλα τα μέρη του κόσμου, όπου υπάρχουν αψόθυμα νιάτα και γρήγορα ανάβουν τα αίματά τους από μια μικρή παραξήγηση, όχι δε θυμόταν ποτέ οι παλιοί έως τότε. Τα καμπανταϊλίκια ήταν για τους άλλους. Αυτοί αν μάλωναν καμιά φορά θα ’ταν για καμιά διαφιλονικούμενη ρίζα μουριάς ή για κανένα καβάκι. Τότε μπορούσαν ν’ αρπάξουν το στυλιάρι ή τον κασμά και να τον φέρουν στην κεφαλή του άλλου.

Ο τόπος ήταν βέβαια φτωχός και το ψωμί έβγαινε δύσκολα. Μα όπως και να το κάνεις, όλοι αναμεταξύ τους ήταν, όπως είπαμε, σαν μια γενιά. Πες αδέλφια, συγγενήδες, πρωτοδευτεροξάδελφα, κουμπάροι, συμπέθεροι, κι αμέσως φίλιωναν. Το αίμα νερό δε γίνεται. Έκοβαν την αμάχη ευτύς σαν τους παίρναγε ο θυμός –το κακό αίμα που τους είχε βαρέσει στο κεφάλι- κι αντάμα τραβούσαν κανένα ποτηράκι ρακί ή να πιουν λίγο μπρούσκο κρασί για να πάει και τούτο με τις καλιακούδες στο κράκουρα και στην οργή…

Οι προετοιμασίες του γάμου

Και η κόνα Βασιλική, πραγματική αρχόντισσα του τόπου, θυγατέρα του κυρ Δερβίσογλου, του ξακουσμένου έμπορα στην Πολιτεία, με την σαμουρογούνα της και τον μεταξωτό μποχτσά της, πλάι στον άντρα της τον κύριο Δημητρό, υποδεχόταν στο σαλόνι τους, τον μουσαφίρ-οντά, όπως τον έλεγαν, τον κόσμο που ερχόταν να τους συγχαρεί για τους μελλούμενους γάμους της μονάκριβης κόρης τους.

Όλο το σπίτι βρισκόταν σήμερα σε αδιάκοπη κίνηση και ταραχή. Η νύφη χαμηλοβλεπούσα κι ακριβοθώρητη πηγαινοερχόταν από το ένα δωμάτιο στο άλλο, τάχα για να βάλει τάξη στα πράγματα, μα δεν έκανε τίποτα απ’ ό,τι λογάριαζε να κάνει. Άλλωστε την Χρυσούλα την είχαν τόσο καλομαθημένη, που όλες τις δουλειές του σπιτιού τις έκαναν οι δούλες. Και μόνο η αφέντρα, η μάνα της, έδινε τις παραγγελιές και τις διάτες.

Από τα πολλά πρωί είχαν ανοίξει τα σεντούκια και τα φορτσέρια με τα προικιά. Μοσχοβόλησε ο τόπος σαν ανοίχτηκαν τα μπαούλα από τα κυπαρισσόμηλα και τη λεβάντα του βουνού. Τα είχαν αποθέσει εκεί για να μη τα φάει η βότριδα. Και τι προικιά ήταν εκείνα που τα δούλεψαν τώρα και χρόνια τόσο μαστορικά οι καλύτερες υφάντρες και κεντήστρες του τόπου; Τα θάμαζαν και τα ζήλευαν όσοι τα πρωτοείδαν. Τέτοιο πλούτο κι αρχοντιά δεν ματάειδαν έως τότες.

Τα μεταξωτά παπλώματα στ’ αλήθεια, ήταν η χαρά του ματιού, έτσι πλουμισμένα με χίλια δυο σχέδια και χρώματα που είχαν. Σαν τα ’πιανες έμοιαζαν με νερό. Τόσο απαλά στα δάχτυλα των χεριών σου εφάνταζαν. Αμή και οι σελτέδες, τα στρωσίδια, τα μαξιλάρια, οι μπάντες από μαλλί της Ανατολής και μπαμπάκι του Μισιριού και τι κεντίδια και τι ξόμπλια, όλα περίτεχνα ιστορημένα. Άδικα δεν χάλασε ο κυρ Δημητρός για το χατήρι της μοναχοκόρης του, τόσες λίρες και ναπολεόνια, για να γίνουν όλα ετούτα τα υφαντικά, οι ρόμπες, τα μεσοφούστανα, κι όλα τ’ άλλα όσα χρειάζονται για να στηθεί ένα καλό οικοκυργιό. Το τράχωμα μετρήθηκε στα χέρια του γαμπρού, πεντακόσιες ολοστρόγγυλες λίρες, μπροστά στον Παπαγιάννη και τον γέροντα Σατραζανίδη.

Στο μεταξύ σχεδόν ετελείωσαν όλες οι προετοιμασίες. Το υπηρετικό προσωπικό έφτιασε κιόλας όλα τα γλυκίσματα του γάμου. Τους μπακλαβάδες και το σαρεγλί που το επιτηδευόταν η ίδια η αφέντρα. Δεν ξέχασαν ούτε τα κουλίκια με σουσάμι και μέλι, που όταν τα ζύμωσαν έγινε μια αληθινή ιεροτελεστία. Τόσο στο ζύμωμα, στο πλάσιμο και στο φούρνισμα, όσο και στο ξεφούρνισμα, έπαιζαν ώρες τα βιολιά. Το ίδιο όταν έπιασαν το χορό και τραγούδαγαν τα κορίτσια και τα παλληκάρια γύρω και μπροστά από το φούρνο. Τέλος σαν ψήθηκαν ροδοκοκκινισμένα τα κουλούρια, ένα αγόρι «μονοστέφανο» τα πήρε και με τα «τσαλγκιά» τα ’φερε και τα μοίρασε στο σπίτι του γαμπρού, του κουμπάρου και σ’ όλο το συγγενολόγι τους.

Για το «κανίσκι» ετούτο όλοι ευχόταν το «καλορίζικα».

Και να που σήμερα ήρθε και η μεγάλη στιγμή, ν ανοίξει το σπίτι της η αρχόντισσα κόνα Βασιλική. Κατά τη συνήθεια του τόπου η ίδια έκανε τα καλέσματα, προσκαλώντας όλους τους συγγενείς και τους φίλους, για να δούνε τα προικιά.

Εκεί, στη μεγάλη κι απλόχωρη σάλα, οι γυναίκες σιάξανε πρώτα –πρώτα τη «γιουκιά». Έστρωσαν τρία μεντέρια υφαντά, άσπρα με γαλάζιο το κιλίμι απανωτά. Έπειτα τη «βρανιά» τρία στρώματα κατριλωτά, σελτέδες και μαξιλάρια. Μετά σ’ ένα σχοινί στην κάμαρη απλώσανε την προίκα: Δώδεκα πουκαμίσες με βελονίσια νταντέλα και κεντήματα. Δώδεκα πανταλόνια, δώδεκα τουλπάνια με πούλιες και με χάντρες.

Να μιλήσουμε τώρα και για τα τραπεζομάντηλα, τις πετσέτες, τις «χουμαγένιες» με φαρδύ ανεβατό κέντημα, τις άλλες του προσώπου με κόκκινες μάρκες στον καναβά και σατσάκι για νταντέλα στις δύο άκρες; Όχι. Δεν θα μας έπαιρνε η ώρα. Όλα ήταν στην εντέλεια και άψογα καμωμένα. Και τι άλλο θα ’πρεπε να πρωτοθυμηθούμε; Για τα τριανταπέντε ζευγάρια κάλτσες – αντρίκες και γυναικείες- τους τζεβρέδες κεντημένους με χρυσάφι και μετάξι χρωματιστό, ή για τα μάλλινα τσεμπέρια με μπιμπίλα για την πεθερά, την αδελφή της πεθεράς, τις θειάδες και όλες τις συγγένισσες του γαμπρού; Να πούμε και για τα φουστάνια της νύφης, τα κλαδωτά από ταφτά, για τα κοντογούνια και τις βρακοζώνες της, που κι αυτές ήταν κεντημένες με χρυσάφι και μετάξι, ή για τ’ άλλα «μποχτσαλίκια» για το πεθερό, τον κουμπάρο και για όλα τ’ ανδραδέλφια;

Με δυο λόγια ένα θα πούμε: όλοι παινεύανε τη νύφη και την αρχόντισσα για την αξιοσύνη τους. Όλο το σπίτι βρισκόταν στις δόξες του παντού αντηχούσαν τα γέλια και τα χάχανα των κοριτσιών. Ερχόταν και πήγαιναν τα ρεγάλα του γαμπρού και των φίλων τους. Φέρανε και το νυφικό φουστάνι, κάτασπρο τούλι, σαν από χιόνι, σκαρπίνια άσπρα, άσπρες κάλτσες κι άσπρα γάντια, τα τρες, τις μπλίρες, τις μυρουδιές, τις πούντρες, τα μοσχοσάπουνα και τ’ άλλα. Έτσι ταίριαζαν όλα στην αθωότητα, την ομορφιά και την παρθενιά του κοριτσιού. Η χαρά της ορίστηκε να γίνει την άλλη Κυριακή…

Ο τρύγος

Και ο Χατζησταυρακούδης, ο τσορμπατζής, θα ετοίμαζε στην αυλή του σπιτιού του δυο ληνούς. Οι μαστόροι –υποταχτικοί του- από μέρες συγύρισαν τα βαρέλια, τους κάδους, τις τίνες και τα βεργιά. Όλα στην εντέλεια. Θα έρχονταν και οι βούβαλοι, στολισμένοι με χαϊμαλιά και κουδούνια ασημένια, να φέρουνε τον τρύγο…

Χαρές τότες να δεις. Να τριζοκοπάνε και τ’ αμάξια, με τα καινούργια τους τ’ αξόνια, κουβαλώντας το χαϊρλίδικο μαξούλι, το μπερεκέτι της χρονιάς.

Ανάστα ο Θεός οι τρυγητάδες. Άντρες, γυναίκες, κορίτσια και παιδιά. Θ’ άδειαζαν τα σταφύλια στα τρυγοκάλαθα και θα τ’ αναποδογύριζαν στους ληνούς. Τι πανηγύρι και χαρές, σαν θα κουβάλαγαν το μούστο από τον κάδο στα βαρέλια. Και τα παιχνίδια στη δόξα τους. Να παίζουν οι λύρες, και οι γκάιντες να ξεχύνουν ολούθε, με τα ντούρου –ντούρου – τ’ αναστενάγματά τους – όλους τους βακχικούς αθάνατους θρακιώτικους σκοπούς.

Και ν’ ανασταίνονται οι τρικούβερτοι χοροί. Οι κοπελιές με τα παλληκάρια να χορεύουν την «Τσουρτσουλιάνω» και τον Αλεξαντρή. Να το γυρίζουνε άλλοτες στο χασάπικο, το ζεϊμπέκικο ή στον καλαματιανό. Και ο ξέφρενος χορός τους να κρατάει και πέρα από τ’ άκραχτα μεσάνυχτα.

Και οι πατητάδες όλη την ώρα πάλι εχόρευαν κι αυτοί αντάμα τους. Με ολόγυμνα πόδια και ψηλά τα μπατζακλίκια, πηγαινοέρχονταν ρυθμικά, στα μπρος και πίσω, βουτώντας έως το γόνατο πάνω στο ληνάρι.

Και να στήνει και η Χαστησταυρκούδαινα τους σοφράδες κάτω από τη μεγάλη της κληματαριά, να φάει η εργατιά και να ευφρανθεί το δείπνο. Και αδριανουπολίτικο σαρμά να τους φτιάσει, κιοφτέδες με γιουφκά και σαζάνι πλακί, φερμένο από τη Μαρίτσα. Κι δυο ταψιά μπακλαβάδες και σαρεγλιά σε πλούσιες πιατέλες, για να τρώνε και να τρέχουνε τα σάλια τους από τη γλύκα. Άσε το μπρούσκο κρασί, τον μπογιαμά, σωστή μεταλαβιά, που θα το ’φερνε από το φουμισμένο βαγένι τους.

Μερακλίδικο φαγοπότι θα τους έκανε, που να το θυμάνται σ’ όλη τους τη ζωή.

Το φονικό που έγινε στο Σουφλί

…ένα εντελώς ακαταλόγιστο φονικό που έγινε στο Σουφλί, στα τέλη του Οκτώβρη του 1908, ανήμερα του Αη Δημήτρη.

Ο Δημήτριος Γλύστρας ήταν από τους πιο ακουστούς άρχοντες του τόπου, με όνομα, βιος και υπόληψη. Η φαμίλια του από τις πιο μεγάλες στην πολιτεία και από τις πιο παλιές. Κληρονόμησε μια τεράστια περιουσία από τον πατέρα του, σε χτήματα, μουριές, σταροχώραφα, αμπέλια, μποστάνια και μπιτζικλίκια. Μα την αυγάτισε κι ο ίδιος, σαν το μαγαζί του γονιού του το έκανε εμπορικό, με την ταμπέλα που έγραφε με κεφαλαία γράμματα: «Εισαγωγές και εξαγωγές». Ό,τι έμπαινε κι έβγαινε στην πολιτεία ήταν δικιά του δουλειά. Γι’ αυτό κρατούσε στα χέρια του όλο το Σουφλί με το χρήμα του εκείνα τα χρόνια.

*

Αρμένηδες ή Οβριοί ποτές δεν θυμόταν να μπόρεσαν να στεργιώσουν εκεί. Ακόμα και οι Τουρκαλάδες είχαν πάρει από νωρίς το φύσημά τους από το Σουφλί.

*

Το μυαλό του δούλευε στ’ αλισβερίσι και στο διάφορο. Σαν έμπορας πήγαινε ν’ αυγατίσει το βιός του και τα καζάντια του.

Άνοιγε εύκολα πιστώσεις στους πελάτες του και τους έκανε τέτοιες «ευκολίες» που τον πλέρωναν όχι μόνο «τοις μετρητοίς», μα και σε είδος απ’ την παραγωγή τους, σε κρασί, κουκούλια, μπαμπάκι και δημητριακά. Η μέθοδος ήταν πολύ απλή. έδινε σα να λέγαμε στο χωριάτη, στις δύσκολες ώρες του χειμώνα, μια οκά άχυρο για να του πάρει αντίστοιχα μια οκά σιτάρι κατά το θέρος. Το ίδιο γινόταν και με τα χλωρά κουκούλια που τα ’παιρνε πίσω «ξερά» και κλιβανισμένα. Φυσικά, δάνειζε και χρήματα με τόκο, με τους ίδιους όρους, φροντίζοντας να τους δένει καλά με ομόλογα που έπρεπε να ξοφλούνται μέχρι την τελευταία πεντάρα τον καιρό της σοδειάς.

Περιττό να σημειώσουμε εδώ, πως ο μεγαλομπακάλης δεν χώνευε καθόλου τον προεστό. Μάλιστα τώρα που άρχισε να τον συναγωνίζεται στο εξωτερικό εμπόριο και είχε πάρει την αντιπροσωπεία μιας μεγάλης ιταλικής εταιρείας για την εξαγωγή των κουκουλιών. Φανταζόταν πως δεν θα περνούσε πολύς καιρός και θα γινόταν αυτός ο αδιαφιλονίκητος ρυθμιστής της κουκουλοαγοράς, έφτανε μονάχα να ’βγαινε από τη μέση ο κύριος Γλύστρας, ο πιο επικίνδυνος ανταγωνιστής του.

Μάθαινε ο Γλύστρας, κάθε τόσο από τους δικούς του, ό,τι βρωμιά λεγόταν στο παζάρι και στο μαγαζί του κουνιάδου του Λεφάκη και τι ο ίδιος ετούτος τον κατηγορούσε.

-Φοβού τας διαβολάς καν ψευδείς ώσιν. Μη το ξεχνάς ετούτο, κύριε Δημητρό, κάτι ξέρανε και οι παλαιοί, του είπε μια μέρα ο φίλος του γεροσχολάρχης.

-Και συ, δάσκαλε, μην ξεχνάς τον Αισώπειο μύθο των κοράκων, απάντησε ο άρχοντας.

Δεν έδινε καμιά σημασία, ώσπου ένα βράδυ βρυχερό, ανήμερα της γιορτής του, την ώρα που γύριζε από το σπίτι του αδελφού του, ένας παρακεντές του κουνιάδου του Λεφάκη, με την κάμα του, παραμονεύοντας τον μέσα στο σκοτάδι, τον ξάπλωσε νεκρό μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού του.

Τώρα, πως μπορώ να ξεχάσω και να μη θυμηθώ τον μεγάλο λόγο της θείας Κλεονίκης Γλύστρα, όταν αναπάντεχα κάποτε βρέθηκε μπροστά στο φονιά του άντρα της, που πεσμένος στα γόνατά της –τέλειο ράκος στα στερνά του- της ζήτησε με αναφιλητά να τον σχωρέσει για το μεγάλο κακό που της έκανε;

-Σχώραμε, κυρά, για το φαρμάκι που σε πότισα. Ας όψονται ετούτοι που με βάλανε στο μεγάλο κρίμα. Τι να ’κανα ο μαύρος; Με είχαν χειροπόδαρα δεμένο στη δούλεψή τους, σαν ήμουν σέμπρος στα χτήματά τους και τους χρώσταγα τα μαλλοκέφαλά μου. Δε μ’ άφηναν τα χρέγια και οι αρρώστιες της γυναίκας και του παιδιού μου, που είσαντε του θανατά… Αχ, αν ήξερες πως μου ’βαλαν τη θελιά στο λαιμό εκείνον τον καιρό… Η φτώχεια, κυρά, είναι κατάρα και κακός συμβουλάτορας η πείνα, πανάθεμά τηνε… Σχώραμε κυρά… σχώραμε…

Κι εκείνη, η άτυχη πάντα και πολύπαθη θεία μου, που ήξερε καλά τα βάσανα και τους παραδερμούς εκείνου του ανθρωπάκου, που πολλές φορές έως τότε του συμπαραστάθηκε στη δυστυχία και στη φτώχεια του –χωρίς καν να γνωρίζει τίποτα από το παρελθόν του, έως εκείνη τη στιγμή της εξομολόγησής του- σαν ξεπέρασε τη φρίκη της, δεν δίστασε να του πει.

-Σχωρεμένος να ’σαι, κυρ-Αποστόλη από μένα. Κοίταξε τώρα πως θα σε ελεηθεί και ο Θεός…

Έρευνα –Επιμέλεια

Σταύρος Παπαθανάκης

Δημοσιεύθηκε στον «Βορέα», στο τεύχος 11 Απρίλιος 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια: