Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου στο Σουφλί - Του Ζήση Φυλλαρίδη


Μέσα στο πλούσιο ιστορικό και πνευματικό περιβάλλον της περιοχής μας ξεχωρίζει και μία άλλη, ξεχωριστή του πλευρά που ίσως να συνδέθηκε περισσότερο από κάθε άλλη με την ιστορία αυτού του τόπου. Και ο λόγος για την πνευματική παράδοση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που πέρα από το μεγάλο πνευματικό έργο που άφησε (και αφήνει) κατά την διάρκεια των αιώνων στην περιοχή μας, έχει αφήσει και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό γνώρισμα. Και ο λόγος για τα μνημεία που συνδέθηκαν με τον λατρευτικό χαρακτήρα της μακραίωνης αυτής παράδοσης και παραμένουν ανέπαφα από τον χρόνο σε κάθε σημείο της Θράκης ως φάροι του πνευματικού αυτού φωτός και ως ενθύμια ενός λαμπρού παρελθόντος που ξεκίνησε από την περιοχή αυτή.

Στο παρόν κείμενο θα εστιάσουμε στην ιστορία και στο παρελθόν ενός από τους ποιο χαρακτηριστικούς ναούς της περιοχής μας , και συγκεκριμένα για τον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Σουφλί , προσπαθώντας έτσι αφενός να διασώσουμε τις σπάνιες ιστορικές μαρτυρίες που ευτυχώς σώζονται έως σήμερα σε ορισμένα σχεδόν ξεχασμένα έγγραφα, και αφετέρου να θυμίσουμε στους σημερινούς κατοίκους της περιοχής τον ιερό χαρακτήρα που κατέχει ένα από μνημεία της περιοχής τους.



Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου ουσιαστικά υπήρξε στο παρελθόν Μητροπολιτικός Ναός καθώς κατά την περίοδο 1925-1935 υπήρξε έδρα της Μητρόπολης. Το λαμπρό παρελθόν του συγκεκριμένου ναού άλλωστε μαρτυρούν και τα ανεκτίμητης αξίας κειμήλια που βρίσκονται στο εσωτερικό του αλλά και ο ίδιος ο ρυθμός της κατασκευής του. Οι διαστάσεις του ναού σύμφωνα με τον λαογράφο Χρήστο Παπασταματίου είναι περίπου 26 μ. μήκος και 16 μ. πλάτος, ενώ υπάρχουνε και δύο είσοδοι βρισκόμενοι η μία στην βόρεια και άλλη στην νότια πλευρά αντίστοιχα. Υπάρχει και τρίτη είσοδος επίσης, στο κέντρο του νάρθηκα που οδηγεί προς δυτικά με δίοδο κάτω από το κωδωνοστάσιο. Πάνω από τον νάρθηκα βρίσκεται ο διώροφος γυναικωνίτης, ο οποίος ως το 1935 προστατευόταν με κιγκλιδώματα κατά τέτοιο τρόπος ώστε οι γυναίκες να μην είναι ορατές από τον χώρο του κυρίως ναού. Και επειδή το συγκεκριμένο θέαμα θύμιζε αρκετά τον αντίστοιχο μουσουλμανική γυναικωνίτη καθώς και μία αναχρονιστική αντίληψη περί ηθικής, η τότε εκκλησιαστική έπειτα από προτάσεις των ενοριτών προέβη στην αφαίρεση των συγκεκριμένων κιγκλιδωμάτων που ήσαν φυσικά ξύλινα. Έτσι μετά από την συγκεκριμένη ενέργεια αναμόρφωσης του χώρου ο εσωτερικός χώρος της εκκλησίας λουζότανε με περισσότερο φως και η παρακολούθηση των Ιερών Τελετών από τις γυναίκες γινόταν αρκετά ποιο εύκολα.
Εδώ βέβαια μπορούμε να παρατηρήσουμε ένα στοιχείο που συναντάτε σε αρκετούς παλαιούς ναούς ιστορικής αξίας. Στον γυναικωνίτη οδηγούν δύο είσοδοι κατ’ ευθείαν από τον περίβολο του ναού, μία από τον βορά και μία από τον νότο – και επομένως και δύο κλίμακες. Επίσης από τον Νάρθηκα
Ο ναός έχει ρυθμό «Βασιλικής» αλλά σε αντίθεση με τις υπόλοιπες εκκλησίες του συγκεκριμένου ρυθμού τα παράθυρα του είναι αρκετά μικρά ωστόσο το φως που εισέρχεται είναι αρκετό.
Αλλά και η εσωτερική χωροθέτηση του ναού είναι εξαιρετική. Η στέγη του στηρίζεται σε 12 κίονες κυλινδρικού σχήματος με στολισμένα κιονόκρανα και επάνω τους βρίσκονται οι εικόνες των 12 Αποστώλων.
Όπως μας πληροφορεί ο γνωστός λαογράφος Χρήστος Παπασταματίου στα «Λαογραφικά του Σουφλίου» μέχρι το 1963 τα δύο πλευρικά κλίτη χωριζόταν από ένα μέσον κλίτος με ξύλινα στασίδια που ήταν στερεά αλλά κακότεχνα. Επίσης αναφέρει πως αργότερα τα συγκεκρημένα στασίδια αντικαταστάθηκαν από καινούργιες καρέκλες ούτως ώστε η παρακολούθηση των Ιερών Τελετών να είναι ευκολότερη από τους πιστούς.
Ας έρθουμε όμως να δούμε και τι είναι εκείνο που εντυπωσιάζει τον ξένο επισκέπτη που για πρώτη φορά εισέρχεται σε έναν τόσο παλαιό και ιστορικής αξίας ναό. Και αυτό δεν είναι άλλο παρά το σκαλιστό εικονοστάσι αλλά και ο άμβωνας και το Δεσποτικόν. Όλα τους είναι δουλεμένα με ιδιαίτερη τεχνοτροπία από τον φημισμένο τεχνίτη της εποχής (1840-1870) τον Στρατή Κελεδούρη από την Κεσάνη της Ανατολικής Θράκης ο οποίος είχε αναλάβει την φιλοτέχνηση αρκετών ναών της Κωνσταντινούπολης και άλλων πόλεων της Ανατολικής Θράκης. Έτσι λοιπόν ακόμη και σήμερα ισχύει κάτι για το οποίο μας μιλούσανε και οι παλιοί Σουφλιώτες. Όσοι ξένοι επισκεπτόταν από τότε τον ναό έμεναν και μένουν έκθαμβοι από την ομορφιά των ξυλόγλυπτων. Και ιδιαίτερα από τον τρόπο με τον οποίον ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης αποτυπώνει τους ιερούς συμβολισμούς της Χριστιανικής παράδοσης στο εξαίρετο τέμπλο του ναού, ενώ είναι περισσότερο από εμφανές ότι ο Εσταυρωμένος και οι συμβολικές παραστάσεις τον κέντρο του Τέμπλου είναι κάτι περισσότερο από θαύμα τέχνης!
Ερευνώντας όμως έναν τέτοιο ναό με ένα τόσο πλούσιο ιστορικό παρελθόν αλλά και με μία τόσο έντονη ιερότητα του χώρου γενάτε και ένα εύλογο ερώτημα: Πότε και με ποιόν τρόπο χτίσθηκε ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου; Αυτό είναι ερώτημα που βέβαια δεν περιμένει την απάντηση του από ιστορικά αρχεία και γραπτά κείμενα καθώς αυτά στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχουν. Η μοναδική ίσως έγκυρη μαρτυρία βρίσκεται στα «Λαογραφικά του Σουφλίου» του κ.Χρήστου Παπασταματίου ο οποίος στις σελίδες του συγκεκριμένου έργου μας περιγράφει τις μαρτυρίες ορισμένων παλαιών κατοίκων του Σουφλίου που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο γνώριζαν ορισμένα πράγματα σχετικά με την απαρχή του τόσο ιερού αυτού κτίσματος. Ανάμεσα στους αρκετούς αυτούς παλιούς κατοίκους του Σουφλίου ήσαν οι εξής: ο γέρος παπά Ζαπαρτίδης, ο φαρμακοποιός κ. Γεώργιος Μπρίκας, ο παπά Χρήστος Κορότσιος, ο Χρ. Παρθένος που ήταν αγγειοπλάστης και ο Ηλίας Χαραμπάρας πατέρας της καθηγήτριας Τότας Χαραμπάρα.
Όλοι αυτοί – σύμφωνα με τον παλιό λαογράφο του Σουφλίου – υποστήριζαν πως προτού ανεγερθεί η Εκκλησία αυτή που λειτουργεί εώς σήμερα , στη θέση της υπήρχε κάποιο μικρότερο κτίσμα που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Χριστόφορο. Ωστόσο το συμπέρασμα του λαογράφου είναι πως μάλλον το συγκεκριμένο εκκλησάκι είχε κτιστεί από τους καμπιώτες (δηλ. τους κατοίκους της κάτω πλευράς του Σουφλίου) προκειμένου να αποφύγουν την ανάβαση προς τον ναό του Αγίου Αθανασίου που βρίσκεται αρκετά ψηλότερα.
Κατά τον ίδιο συγγραφέα ο φαρμακοποιός κ. Γεώργιος Μπρίκας έλεγε πως κάποια χρόνια πριν το κτίσιμο της εκκλησίας με την σημερινή της μορφή, υπήρξε μία θρησκευτική οργάνωση, «Ο Άγιος Γεώργιος» η οποί συγκέντρωνε χρήματα από εράνους με σκοπό το κτίσιμο του ναού.
Λέει επίσης πως σύμφωνα με τις πληροφορίες ενός άλλου γέροντα, του κ Ηλία Χαραμπάρα, κατά το κτίσιμο του ναού ρίχνανε στην αυλή μαντήλια γεμάτα με χρυσές λίρες.
Επίσης λέγεται πως όταν ο τότε Μητροπολίτης Διδιμοτείχου Μελέτιος ζήτησε άδεια από τις τότε οθωμανικές αρχές με αποτέλεσμα να σταλεί κάποιος τούρκος υπαξιωματικός για να επιβλέπει την χάραξη των θεμελίων. Λέγεται μάλιστα ότι για να μη εμποδίσει την χάραξη των διαστάσεων (που καθοριζόταν από τις τότε κατοχικές αρχές) ο τούρκος υπαξιωματικός δωροδοκήθηκε για να κάνει τα στραβά μάτια και να μη εμποδίσει την όποια χωροθέτηση των διαστάσεων της εκκλησίας. Έτσι και η εκκλησία σε λίγο ορθώθηκε μεγάλη, και η εμφάνιση της ήταν κάτι περισσότερο από ωραία.
Όσον αφορά το εσωτερικό του ναού, οι τοίχοι έχουν κτιστεί με πέτρα πελεκητή και αρκετά στέρεα, ενώ η ποιότητα τους είναι άριστη και μεγάλης αντοχής. Λέγεται δε πως την πέτρα για το κτίσιμο την μετέφεραν από το χωριό Πετράδες του Διδιμοτείχου και το Πύθιο, και από τον σταθμό μέχρι την Εκκλησία την κουβαλούσαν με αμάξια.

Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες από παλαιότερες λαογραφικές έρευνες το καμπαναριό του Ιερού Ναού κτίστηκε κατά το 1910.
Βρίσκεται στο κέντρο του Δυτικού τοίχου του νάρθηκα και είναι σχεδόν εφαπτόμενο με αυτόν.
Το όλον κτίσμα στηρίζεται σε 4 κολώνες από πέτρα πελεκητή, και εξωτερικά έχει διαστάσεις 4Χ4 και ύψος 25 μ. περίπου. Αλλά πέρα από τις βάσεις ολόκληρο το κτίσμα είναι κατασκευασμένο από εκλεκτές πελεκητές πέτρες με άριστη εφαρμογή.
Οι 4 κολώνες της βάσεως έχουν πάχος 0,80 Χ 0,75 και ύψος 5 μέτρων ενώνονται με αψίδωση και στις τέσσερις πλευρές στερεές που κρατείται σχεδόν το όλο οίκημα στον αέρα.
Μέχρι το 10ο μέτρο ύψους το κτίσμα είναι τετράπλευρο. Μετά όμως συνεχίζουν άλλοι τρεις όροφοι σε σχήμα πρίσματος οκταγωνικού με ένα παράθυρο από κάθε πλευρά.
Στον 1ο όροφο του καμπαναριού βρίσκεται η μηχανή του ωρολογίου, που αποτελείται από αρκετούς επί μέρους μηχανισμούς.
Στον 2ο οκτάγωνο πλέον όροφο βρίσκονται τα 4 ωρολόγια με τους δείκτες τους που έχουν μέγεθος ενός μέτρου.
Εδώ θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρουσιάσουμε και μία άλλη μαρτυρία που μας μεταφέρει ο Χρήστος Παπασταμάτιος στις σελίδες των Λαογραφικών του Σουφλίου. Συγκεκρημένα ο παλιός Σουφλιώτης γέροντας Χρ. Παρθένος του είχε πει σε μία συζήτηση τους τα εξείς: Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από το κτίσιμο του ναού και το καμπαναριό δεν είχε κτιστεί ακόμη. Σαν τέτοιο όμως χρησιμοποιούσαν ένα πρόχειρο κατασκεύασμα από τρία όρθια ξύλα σε σχήμα τριγωνικής πυραμίδας στο νοτιο-ανατολικό άκρο του περίβολου της Εκκλησίας.
Μάλιστα ο τότε ιεροκήρυξ του ναού αρχιμανδρίτης Γερμανός, προσπαθόντας να φέρει το φιλότιμο στους τότε κατοίκους του Σουφλίου για να κτίσουν το καμπαναριό ειρωνευόμενος έλεγε: «Πως δεν ντρέπεστε αγαπητοί Σουφλιώτες; Να έχετε μία τόσο ωραία Εκκλησία και για καμπαναριό μία «καρμανιόλα»;
Έτσι το γεγονός αυτό στάθηκε και ως αίτιο της κινητοποίησης του Σωματείου «Άγιος Γεώργιος» και το αποτέλεσμα ήταν η συγκέντρωση δωρεών που τελικώς οδήγησαν στο κτίσιμο του καμπαναριού που στέκει αγέρωχο μέχρι και σήμερα για να μας θυμίζει τις παλαιότερες εκείνες εποχές.

Τέλος εδώ πρέπει να σημειωθεί και ένα από τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που συνδέθηκαν τον προηγούμενο αιώνα με την μεγαλοπρεπή αυτή Εκκλησία . Όταν οι Βούλγαροι κατέλαβαν το 1914 την Θράκη και μπήκαν στο Σουφλί , μαζί με τις υπόλοιπες Εκκλησίες πήραν και αυτήν του Αγίου Γεωργίου.
Διακατεχόμενοι λοιπόν από την εθνικιστική μανία της αλλαγής των Ελληνικών επιγραφών με βουλγαρικά γράμματα της σλαβικής, θέλησαν να γράψουν βουλγάρικα και στην εικόνα του «Παντοκράτορα» της Εκκλησίας αυτής. Όταν όμως ο βούλγαρος ζωγράφος ανέβηκε στην σκαλωσιά για να αλλάξει τα γράμματα ως από θαύματος η σκαλωσιά τσακίστηκε και ο βούλγαρος βρέθηκε κάτω με σπασμένα χέρια και πόδια με αποτέλεσμα να τον μεταφέρουν στην Σόφια για να τον γιατρέψουν!

Δεν υπάρχουν σχόλια: